ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ
Το φετινό καλοκαίρι, αδελφοί μου, δοκιμάζει και πάλι την πατρίδα μας. Κάθε καλοκαίρι πάντα έχομε αυτή τη δοκιμασία της πυρκαγιάς των δασών, μα φέτος παράγινε το κακό. Όχι μόνο γίνονται καταστροφικές για το φυσικό περιβάλλον και τα ζωογόνα δάση, αλλά και απώλειες συνανθρώπων μας. Πόσες μάνες, πόσες αδελφές, συγγενείς, φίλες και φίλοι δεν έχυσαν τα δάκρυά τους για να σβήσουν τη φλόγα της καρδιάς τους; Αυτός ο πόνος, συνταιριασμένος και με τους άλλους ποικίλους πόνους των συνανθρώπων μας, υπενθυμίζουν πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη ζωή.
Μέσα σε όλες αυτές τις δοκιμασίες, η Εκκλησία δεν παύει να κηρύσσει τον Χριστό ως Σωτήρα του κόσμου και ως καταφυγή όλων των πονεμένων και θλιμμένων ανθρώπων, την Παναγία, που είναι η ελπίδα και η απαντοχή του κόσμου. Η Παναγία είναι και παραμένει η στοργική Μητέρα όλων μας. Ακοίμητη πρέσβειρα προς τον Υιό της, και ενισχύει κάθε άνθρωπο που καταφεύγει με πίστη στη μητρική της προστασία, όπως την παρακαλούμε στις παρακλήσεις, που από χθες το βράδυ εγκαινιάσαμε σ’ αυτά τα όμορφα σπερνά του κατανυκτικού Δεκαμενταυγούστου: Σωτηρία, Ελπίδα και Στήριγμα.
Αλλά, αδελφοί μου, δεν είναι μόνον οι φωτιές που ανάβουν τώρα την περίοδο του καλοκαιριού. Έχομε, άλλωστε συνηθίσει. Είναι και οι φωτιές που ανάβουν μέσα στην καρδιά μας ακατάπαυστα όλο τον χρόνο, όπως λέμε στις παρακλήσεις: «περιστάσεις και θλίψεις και ανάγκες, εύρωσάν με, Αγνή, και συμφορές του βίου και πειρασμοί με πάντοθεν εκύκλωσαν». Κι αυτές ο φωτιές που ανάβουν μέσα μας πληγές αγιάτρευτες είναι πιό οδυνηρές. Πόσο όμορφα και παραστατικά το περιγράφει η λαϊκή σοφία με μια μαντινάδα; Ακούστε την:
«Μην τσί φοβάσαι τσι πληγές πούν ανοιχτές και τρέχουν
μόνο εκείνες τσι πληγές που οι γιτροί δε βλέπουν».
Γι’ αυτές τις αγιάτρευτες πληγές, που ανοίγουν μέσα μας φωτιές και δε φαίνονται ερχόμαστε κοντά σου, Παναγία μου. Να μας λυτρώσεις από αυτές, τους πολλούς και μεγάλους πειρασμούς και κινδύνους που μας απειλούν. Και πρέσβευε στον Υιόν και Θεόν ημών να μας προστατεύει από κάθε φανερό και ύπουό κίνδυνο και να μας λυτρώνει από τα ποικίλα δεινά, που καθημερινά μας βρίσκουν. Ο κόσμος μας προτείνει και μας δίνει πολλούς προστάτες και πατέρες, όμως αυτοί είναι αλήθεια πως μας παρουσιάζονται ως πατέρες προστατευτικοί, και όμως στην πραγματικότητα μας συμπεριφέρονται ως πατριοί. Μόνο εσύ είσαι η Μητέρα μας.
Μητέρα του πραγματικού μας Πατέρα και κυβερνήτη της ζωής μας Χριστού. Εσύ είσαι η Μητέρα του λαού μας, που στέκεσαι πάνω από τις πολιτείες, τα χωριά, τα βουνά και τα λαγκάδια και θρηνολογείς, για το κατάντημα και την απιστία των παιδιών σου. Θρηνολογείς και εύχεσαι πάνω στα αποκαΐδια, που η αμετανοησία και η απληστία, ομάδι με την σκληροκαρδία των παιδιών σου δημιουργούν. Αποψιλώνει τα βουνά η φωτιά‧ κι εμείς με τον δικό μας άφρονα τρόπον τα στερούμε με την εγκατάσταση μονάδων φωτοβολταϊκών και θυσιάζομε την ευημερία τη δικά μας και των παιδιών μας στο πρόσκαιρο κέρδος. Σκοτώνομε την υγεία που μας παρέχει το φυσικό περιβάλλον, για οικονομικά εφήμερα οφέλη.
Όμως η Μητρική σου καρδιά, Παναγία μας, καταλαβαίνει τον πόνο μας, δεν τον καταλαβαίνουν όμως εκείνοι που πρέπει να τον καταλάβουν για να μας προστατεύσουν. Και επειδή στοχαζόμαστε τους καημούς και τα επερχόμενα βάσανα του πολύπαθου Έθνους μας παρακαλούμε: φώτισέ μας μικρούς και μεγάλους, γιατί όλοι φταίμε για τα δεινά που συμβαίνουν στην πατρίδα μας. Μη μας πιάνεις κουσούρι, παιδιά της πρώτης Εύας είμαστε. Εσύ, όμως η δεύτερη Εύα, όπως πάντα, σκέπασέ μας και πάλι με τη στοργή σου, αφουγκράσου τις ταπεινές δεήσεις των πιστών παιδιών σου, σφούγγισέ μας τα δάκρυα και δώσε μας δάκρυα μετανοίας. Και αν δείχνεις προστασία σε όλους τους ανθρώπους, πόσο θερμότερο άραγε είναι το φίλτρο της αγάπης σου στις προσευχές των πιστών σου που, έστω με την αναξιότητά τους τιμούν και πιστεύουν στον Σωτήρα Υιόν σου.
Με ένα εναγώνιο ερώτημα κλείνομε τις αποψινές απλές, αλλά αγωνιώδες, επίκαιρες σκέψεις μας, που βάνει στο στόμα μας ο ιερός υμνογράφος: «Πρός τίνα καταφύγω ἄλλην, Ἁγνή; ποῦ προσδράμω, λοιπόν και σωθήσομαι; Ποῦ πορυθῶ; ποίαν δέ ἐφεύρω καταφυγήν; ποίαν θερμήν ἀνίληψιν; ποίαν ἐν ταῖς θλίψεσι βοηθόν; εἰς Σε μόνην ἐλπίζω, εἰς Σε μόνην καυχῶμαι, καί ἐπί Σε θαρρῶν κατέφυγον».
Πρωτοπρεσβύτερος
ΕυάγγελοςΠαχυγιαννάκης





