«Άγιε μου Γιώργη αφέντη μου κι αφέντη μ’ καβαλάρη,
αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι.
Άγγελος είσαι στη θωριά κι άγιος στη θεότη,
παρακαλώ σε βόηθα με, άγιε μου στρατιώτη.
Από το άγριο θεριό και δράκοντα μεγάλο,
όπου του πάνε άνθρωπο κάθε πρωί και άλλο.
Μια μέρα δεν του δώσανε άνθρωπο να δειπνήσει,
νερό γουλιά δεν έδωσε, τον κόσμο να δροσίσει.
Στα μάρμαρα του πηγαδιού ρίξαν την αλυσίδα
και δέσανε την άμοιρη κι όμορφη κορασίδα.
Αη Γιώργης βουλεύτηκε, θέλει να τηνε σώσει
κι από το άγριο θεριό να την ελευθερώσει».
Ήμασταν πολύ μικροί, εμείς οι μεγαλύτεροι, κι ακούγαμε τις γιαγιάδες να μάς τραγουδούν αυτό το θρύλο, που χάρασσε βαθιά τη μνήμη κι εμπλούτιζε τη φαντασία, τα συναισθήματα, τη ζωή μας. Θαυμάζαμε τον Άγιο, που, σαν άλλος Ηρακλής, νίκησε το θηρίο κι έσωσε την όμορφη βασιλοπούλα. Κι ερχόντουσαν ύστερα οι διηγήσεις θαυμάτων του Αγίου από τη ζωή των γερόντων και των γυναικών του χωριού, να τον φέρουν στην προσωπική μας ζωή, όπου θα μάς ακολουθούσε για πάντα! Μα δεν ήταν μόνο οι ιστορίες από τους πολύχρονους πολέμους, την ξενοκρατία και τη Γερμανική Κατοχή, που τον είχαν «ιδεί» να τους σώζει. Ήταν και οι αναρίθμητες «εμφανίσεις» του σε καιρούς ειρήνης, στον ύπνο και στον ξύπνιο τους, στις αρρώστιες, στις ανομβρίες, στις δυσκολίες της ζωής-ακόμα και στις επαγγελματικές διενέξεις τους- που τους γλύτωνε και, στην ανάγκη, με την επίκληση του ονόματος ή τη…φοβέρα του όρκου, αυτός «έλυνε» τις διαφορές τους! Πάντως, είναι εντυπωσιακό, που, ακόμα και στην υλιστική εποχή μας, άνθρωποι «αδιάφοροι» για την Εκκλησία έχουν τέτοια πίστη, που την εκφράζουν με εντυπωσιακά «τάματα» κι άλλους τρόπους στα πανηγύρια, στα οποία, παλιότερα, όλα τα σπίτια του χωριού ήταν «ανοικτά»-επρόκειτο για την αξιοθαύμαστη Κρητική φιλοξενία.
Διαβάστε περισσότερα…