ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΚΑΙ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ
Ευαγγέλου Παχυγιαννάκη, Πρωτοπρεσβ. Του Οικουμεν. Θρόνου.
ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΚΑΙ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ
(ή απλές σκέψεις για την Παιδεία και τον δάσκαλο)
Ευτυχώς, που ιδιαίτερα σε καιρούς χαλεπούς και δύσκολους, σαν τους δικούς μας, σημαντικό είναι ότι, σε σκεπτόμενους ακόμη ανθρώπους, γεννιούνται μεγάλες αναζητήσεις κι εκπλήξεις. Όλοι μας υποψιαζόμαστε ότι κάτω από την επιφάνεια ενός αποτυχημένου κόσμου είναι κρυμμένη η δίψα ενός αυθεντικού πολιτισμού, μιας αυθεντικής ανθρωπιάς, μιας αυθεντικής παιδείας. Γιατί, φτάσαμε στο σημείο να μη λέμε πια ποιός φταίει, αλλά ποιός μπορεί με καθαρή τη συνείδηση να ισχυριστεί ότι δεν φταίει. Επειδή σήμερα, με σκυμμένο το κεφάλι, μπορούμε να ομολογήσουμε αυτό που πρίν από τόσα χρόνια είχε πει εξομολογητικά ο Ντοστογιεύσκυ: «Είμαστε υπεύθυνοι όλοι για όλους και για όλα».
Οι εξουσιάζοντες των Εθνών νιώθουν και ζουν με τη φαντασία πως βρίσκονται ψηλότερα από τους άλλους ανθρώπους, γι’ αυτό τους καταδυναστεύουν, ενώ η εξουσία τους δόθηκε από τον Θεό να είναι υπουργοί, δηλαδή υπηρέτες και διάκονοι του λαού. Να είναι οι εφήμεροι επόπτες ευμετάβλητων νόμων, που οφείλουν να απολογούνται στους ανθρώπους και με ζωντανή τη συνείδηση όταν μετά που θα σκολάσει ο χορός της εξουσίας ότι θα απολογηθούν στον ίδιο τον Θεό, που κατά χάρη τους την παραχώρησε.
Δυστυχώς, όμως, η ρίζα του κακού βρίσκεται αλλού. Ο λαός δεν κυβερνάται από ανθρώπους που μας στάλθηκαν από κάποιο πλανήτη. Είναι δικοί μας άνθρωποι, δικά μας παιδιά. Που βγήκαν από ένα σπίτι, μια οικογένεια και ανατράφηκαν από μια μάνα κι ένα πατέρα. Αυτοί είναι οι πρώτοι που τους δίδαξαν το ήθος και την αγωγή του πολιτεύειν και πολιτεύεσθαι. Ένα μικρό κράτος είναι το σπίτι. Μην ψάχνει κανείς να βρει τα αίτια στις συνιστώσες των εκπαιδευτικών συστημάτων και προγραμμάτων, όχι γιατί αυτά είναι άχρηστα, αλλά αυτά είναι δευτερεύοντα, γιατί τα βασικά και κυρίαρχα είναι η σπιτική αγωγή και το σπιτικόν ήθος που συστηματοποιούν την καθόλου αγωγή και Παιδεία.
Ορόσημο για τον παγκόσμιο πολιτισμό και ειδικότερα για την Παιδεία και την Εκπαίδευση αποτελεί ο 5ος π.Χ. αιώνας της κλασικής Ελλάδας. Σ’ αυτόν καθιερώνεται ένα σύστημα Παιδείας και Εκπαίδευσης με βασικούς κώδικες τις γραμματικές γνώσεις, τη μουσική αγωγή και την εκγύμναση του σώματος, που αποτελεί τη βάση της εκπαίδευσης μέχρι σήμερα, ενώ η εισαγωγή του παιδιού στις ηθικές αξίες ξεκινούσε από το οικείο περιβάλλον. Ο σκοπός της αγωγής ήταν η ελεύθερη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας, η αρμονική και τέλεια ανάπτυξη σώματος και πνεύματος. Και σ’ αυτή την προσπάθεια για την καλλιέργεια των παιδιών, σημαντικό ρόλο, δευτερεύοντα, όμως, έπαιζαν οι δάσκαλοι.
Όπως αναφέρει ο Πλάτωνας: «Στην Αθήνα, οι άνθρωποι με φροντίδα και επιμέλεια διδάσκουν και νουθετούν τα παιδιά. Πρώτα – πρώτα η τροφός, η μητέρα, ο παιδαγωγός και ο ίδιος ο πατέρας φροντίζουν πώς θα γίνει καλό το παιδί, διδάσκοντάς του το δίκαιο και το άδικο, το ωραίο και το άσχημο. Ύστερα απ’ αυτά, όταν τα παιδιά φτάσουν στην κατάλληλη ηλικία, οι γονείς τα στέλνουν στα σπίτια των δασκάλων, όπου οι γραμματιστές φροντίζουν να μάθουν γραφή και ανάγνωση, οι κιθαριστές με το να τους διδάσκουν λύρα, για να τα κάνουν πιο εκλεπτυσμένα και να προσπαθούν να εξοικειώσουν την ψυχή τους με τον ρυθμό και την αρμονία. Ακόμα τα παιδιά συχνάζουν στα γυμναστήρια και τις παλαίστρες, όπου οι παιδοτρίβες κάνουν τα σώματά τους πιο δυνατά για να μην αναγκάζονται να δειλιάζουν εξαιτίας της κακής σωματικής τους κατάστασης (Πλάτων, Πρωταγόρας 325c-326c, σε απλή μετάφραση).
Οι Αθηναίοι φρόντιζαν ώστε η παιδευτική επίδραση προς τους νέους να ασκείται και στην κοινωνική ζωή, μέσα από τις θρησκευτικές τελετές και γιορτές, στις οποίες οι νέοι συμμετείχαν ενεργά χορεύοντας και ψάλλοντας. Εξάλλου, το θέατρο, οι αγώνες, τα μνημεία τέχνης, όλα συνδυάζονταν για να προσδώσουν και να εντυπώσουν στους νέους την αίσθηση της τάξης, του μέτρου, της αρμονίας και της ομορφιάς.
Η μητέρα ή η τροφός αναλάμβαναν την καλλιέργεια των έμφυτων ικανοτήτων του παιδιού, που αποσκοπούσε στην μεταλαμπάδευση της πίστης στους θεσμούς και τις αξίες και τα προετοίμαζαν για το επόμενο στάδιο της σχολικής αγωγής, που ήταν κοινή και για τα δύο φύλα. Αργότερα, όμως, τα δύο φύλα διαχωρίζονταν. Η σχολική αγωγή ήταν ιδιωτική και οι γονείς πλήρωναν τους δασκάλους, ενώ η διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού μέσα από το σχολείο επηρεαζόταν σε ένα μεγάλο μέρος από τη δυναμική της ομάδας.
Αξιοσημείωτο είναι ότι μέχρι τα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα οι νέοι Αθηναίοι λάμβαναν μόνο τη στοιχειώδη εκπαίδευση. Αυτή την εικόνα του διδασκάλου έρχεται να αλλάξει ο Σωκράτης, όπως παρουσιάζεται από τον Πλάτωνα. Η αγωγή ως θεία επιταγή και χρέος προς την πολιτεία, ασκείται από το δάσκαλο αφιλοκερδώς σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, όχι μόνο με τη διδασκαλία αλλά και με το παράδειγμα της προσωπικής του ζωής. Ο δάσκαλος συγκρατεί την οργή του, δεν παραφέρεται, είναι έτοιμος να συγχωρήσει, το μίσος και η μνησικακία δεν έχουν θέση στην ψυχή του. Ακόμη και στους δρόμους που περιφέρεται, με τη συμπεριφορά του θέλει να πείσει τους πολίτες ότι δεν πρέπει να δώσουν το προβάδισμα στο σώμα και τα πλούτη, αλλά να ασχοληθούν για την τελειοποίηση της ψυχής.
Από εδώ και πέρα δημιουργείται μια σχέση μεταξύ μαθητού και δασκάλου, και παύει να είναι απλή προσφορά και αποδοχή γνώσεως, αλλά η από κοινού αναζήτηση, μέσω της εικόνας της πολύμορφης ομορφιάς της φύσεως που υπερβαίνει τη γνώση και φτάνει στη σοφία. Σήμερα έχομε σωρεία εικόνων και πολυπλοκότητα γνώσεων χωρίς σοφία.
Σαφές πλέον είναι ότι, εκείνος που έχει επωμιστεί σχεδόν και όλη την ευθύνη προσχολικής και σχολικής αγωγής των Ελληνοπαίδων, αφού ο πατέρας και η μητέρα είναι πλέον εργαζόμενοι και υποκαθιστούνται από κάθε μορφής και εθνικότητας τροφούς, είναι ο ταλαίπωρος διδάσκαλος. Αυτός ο δάσκαλος, που γυμνός και πένης, αναλαμβάνει τον αγώνα να εξοπλίσει τους αυριανούς οπλίτες της Πολιτείας, με ήθος, με γνώσεις, με σοφία. Αν και ο ίδιος ο δάσκαλος δεν μπορεί να ξεφύγει από αλλότριους επηρεασμούς που επενεργούν στη μορφωτική διάπλαση του χαρακτήρα του ίδιου του διδασκάλου ως παιδαγωγού, υποδουλωμένου σε ξενόφερτες ιδεολογίες.
Τέλος υπάρχουν και οι διδάσκαλοι (γενικά υπάρχουν εκπαιδευτικοί), που φυλάγουν Θερμοπύλες, που κρατάνε τη φλόγα της Παιδείας και της Εκπαίδευσης άσβηστη. Καίγονται σαν τη λαμπάδα και, φλεγόμενοι, προσφέρουν το φως και τη σοφία της Ελληνοχριστιανικής Παιδείας μέσα στα σκοτάδια του κόσμου.
Είναι τα προγονικά κίνητρα του πόνου και της λαχτάρας της ψυχής, που γεννάει τον λόγο και την πράξη, που φαίνονται πολύ παρα- στατικά στο σχετικό παραμύθι του OskarWilde: Ας τελειώσουμε με αυτό: «Kάπoιoς νέος αγαπάει μια νέα. Ένας Ρήγας δίνει ένα χορό και προσκαλεί τους δύο αγαπημένους. Ή κόρη λέγει στο παλικάρι ότι τότε μόνο θα χορέψει μαζί του, αν της φέρει ένα κόκκινο ρόδο. Είναι χειμώνας και κόκκινα ρόδα δεν υπάρχουν. Ό νέος άδικα γυρίζει στον κήπο του, ρόδα κόκκινα δεν βρίσκει. ‘Ένα αηδόνι βλέπει το νέο και συμμερίζεται τη λύπη του, Καθώς στέκει επάνω στο δένδρο, συλλο- γίζεται τρόπους βοήθειας. ‘Ύστερα, πετάει και κάθεται επάνω σε μια τριανταφυλλιά, λέγοντας:
Δώσε μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο και θα σου τραγουδήσω το γλυκύτερο τραγούδι μου. Ή τριανταφυλλιά του απαντάει:
–Τα ρόδα μου είναι λευκά, όσo o αφρός της θάλασσας και πιο λευκά κι από το χιόνι. Πήγαινε στην αδελφή μου και θα βρεις κόκκινα τριαντάφυλλα.
Το αηδόνι πέταξε στην άλλη τριανταφυλλιά, με την ίδια παράκληση. Κι εκείνη αρνήθηκε, λέγοντας:
–Τα ρόδα μου είναι κόκκινα, σαν τα πόδια των περιστεριών και πιο κόκκινα απ’ τα κοράλλια, που η παλίρροια της θάλασσας φέρνει εδώ κι εκεί. Αλλά ο χειμώνας μου πάγωσε τις φλέβες, το ψύχος μάρανε τα μπουμπούκια μου και ή θύελλα έσπασε τα κλαδιά μου. Γι’ αυτό, αυτόν το χρόνο δε θα βγάλω ρόδα.
–’Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, αυτό μόνο ζητώ, είπε το αηδόνι. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να το βρω;
–Υπάρχει ένας τρόπος, απάντησε ή τριανταφυλλιά, αλλά είναι τόσο φοβερός, που δεν τολμώ να σου τον πω.
– Θέλω να μου τον πεις, είπε το αηδόνι. Δεν τον φοβούμαι.
– Αν θέλεις να έχεις ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, είπε ή τριανταφυλλιά, πρέπει να το πλάσεις με το κελάδισμά σου στο φως του φεγγαριού και να το χρωματίσεις με το αίμα της καρδιάς σου. Πρέπει να μου τραγουδήσεις το τραγούδι σου την ώρα που ένα αγκάθι δικό μου θα μπαίνει στο στήθoς σου. Όλη τη νύχτα πρέπει να τραγουδήσεις και το αγκάθι να διαπεράσει την καρδιά σου. Το αίμα της ζωής σου θα τρέξει μέσα στις φλέβες μου και θα γίνει δικό μου.
Το ίδιο βράδυ, μόλις φάvηκε το φεγγάρι στον ουρανό, το αηδόνι πήγε και κάθισε στην τριανταφυλλιά κι έσπρωξε το στήθος του προς το αγκάθι. ‘Όλη τη νύχτα τραγουδούσε και το αγκάθι προχωρούσε πάντα βαθύτερα στο στήθος του και το αίμα της ζωής του έρεε πάντα περισσότερο.
Αμέσως, στο ψηλότερο κλαδί της τριανταφυλλιάς βγήκε ένα θαυμαστό τριαντάφυλλο και τα φύλλα του έβγαιναν το ένα ύστερ’ από τ’ άλλο, ακολουθώντας τη σειρά των τόνων. Στην αρχή, το τριαντάφυλλο ήταν χλωμό, σαν σύννεφο, σαν τα πόδια της αυγής, και αργυρόχρωμο, σαν το φτερούγισμα της χαραυγής. Και τότε ή τριανταφυλλιά είπε στο αηδόvι να σπρώξει ακόμη το αγκάθι στην καρδιά του, γιατί θα ξημερώσει και το ρόδο θα μείνει ατέλειωτο. Το αηδόνι έβαλε το αγκάθι βαθειά στην καρδιά του, νιώθοντας το δυνατό κέντρισμα του πόνου. Το θαυμαστό ρόδο έγινε κόκκινο, όπως το ρόδο της ανατολής, κόκκινο έγινε και το στεφάνι των φύλλων, κατακόκκινη και η καρδιά του. Ή φωνή όμως του αηδονιού αδυνάτιζε και τα μικρά φτερά του άρχισαν να χτυπούν άτακτα, ώσπου ένας πέπλος κάλυψε τα μάτια του.
– Τώρα, είπε η τριανταφυλλιά, τελειοποιήθηκε το ρόδο. Το αηδόνι όμως, δεν έδωσε καμιά απάντηση, γιατί ήταν νεκρό επάνω στην πρασινάδα, με το αγκάθι στην καρδιά.
Με τέτοιο πόνο εξαγοράζεται κάθε πνευματική τροφή και με τέτοιο πόνο πραγματοποιείται συχνά το δύσκολο, αλλά πολύ υψηλό έργο του δασκάλου. Γιατί ο δάσκαλος έχει μπροστά του ψυχές και όχι άψυχα χαρτιά ή νούμερα. Έχει πρόσωπα και εικόνες του Θεού, που καλείται να τις πλάσει και να τις βοηθήσει να πορευθούν από το «κατ’εικόνα» στό «καθ’ ομοίωσιν».




