Οδοιπόροι στα φαράγγια και στα βουνά της ζωής
Όπως τα ζώα που ξεχειμωνιάζουν στα πεδινά ανυπομονούν να πάρουν δρόμο για τις ορεινές περιοχές, έτσι και όσοι κατάγονται από ορεινά χωριά και ζουν σε πόλεις, αναπολούν τις διαδρομές σε φαράγγια και βουνά, όπου έζησαν σε δύσκολες μα όμορφες εποχές, απολαμβάνοντας την ευλογημένη φύση. Τούτες τις μέρες, η σκέψη μας σκαρφαλώνει στα ένδοξα Αστερούσια και διασκορπάται στο περίφημο Αγιοφάραγγο, στα φαράγγια του Μάρτσαλου και του Τράφουλα κ. ά. Η περιοχή αποτέλεσε κέντρο ασκητισμού ήδη από τους πρώιμους χριστιανικούς χρόνους και συνδέεται με την παρουσία του Αποστόλου Παύλου στους Καλούς Λιμένες. Σύμφωνα με την παράδοση, γύρω στους τριακοσίους ερημίτες εγκαταβίωσαν εδώ, σε απόκρημνα, άγρια μέρη, στις σπηλιές και κρεμάμενοι σαν αετοί, στις φυσικές κοιλότητες των βράχων, και στις οπές της γης!
Από τούτο τον αγιασμένο τόπο πέρασαν και οι αδελφοί Άγιοι Παρθένιος και Ευμένιος, που η Γιορτή τους (στις 11 του μήνα) προσελκύει πλήθος πιστών στην ιερά Μονή Κουδουμά. Προέρχονταν από ευσεβή οικογένεια του χωριού Πιτσιδιά, στην επισκοπή Γορτύνης της Κρήτης. Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, ο Παρθένιος εισήλθε στο μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου των Απεζανών (1856) και τον επόμενο χρόνο τον μιμήθηκε ο αδελφός του και μετά από δύο χρόνια έγιναν μοναχοί στη μονή της Οδηγήτριας. Μετά την επανάσταση του 1866, οι Τούρκοι οργάνωσαν αιματηρά αντίποινα, αλλά παρ’ όλα αυτά οι δύο ασκητές διακονούσαν στο Μάρτσαλλο και ο Ευμένιος χειροτονήθηκε ιερέας. Αναζητώντας όμως την ησυχία, τα δυο αδέλφια αποφάσισαν να αναχωρήσουν προς αναζήτηση ενός τόπου κατάλληλου για ερημητήριο. Μετά από περιπλανήσεις, ο Παρθένιος έφθασε στο ερειπωμένο μοναστήρι του Κουδουμά. Η Θεοτόκος φανερώθηκε σ’ αυτόν σε ενύπνιο και του συνέστησε να εγκατασταθεί εκεί, με την υπόσχεση να τον βοηθήσει. Εγκατεστημένοι προσωρινά σε μία υγρή σπηλιά, μετέβαιναν καθημερινά στο μοναστήρι για τα απαραίτητα έργα. Με πολλούς κόπους ανακαίνισαν το καθολικό της Κοιμήσεως, όπου βρήκαν μία θαυματουργή εικόνα της Θεομήτορος.
Σύντομα έγιναν γνωστοί στους κατοίκους της περιοχής. Πολλοί προσκυνητές, συγκινημένοι από την αγιότητα των δύο αδελφών, ζητούσαν να μονάσουν υπό την καθοδήγησή τους. Μετά από πολλά χρόνια ασκητικών μόχθων και θυσιών για τον ανακαινισμό του μοναστηριού, ο Παρθένιος αρρώστησε. Γνωρίζοντας εκ των προτέρων την ημέρα της αναπαύσεώς του, μετέδωσε στους μοναχούς τις τελευταίες παραινέσεις του και εκοιμήθη στις 5 Σεπτεμβρίου του 1905. Κατά την ανεύρεση των λειψάνων του, δύο χρόνια αργότερα, ουράνια ευωδία πλημμύρισε το ναό. Ο αδελφός του Ευμένιος, μετά από δέκα έξι χρόνια ηγουμενίας εκοιμήθη στις 20 Σεπτεμβρίου του 1920. Η τιμή των δύο αγίων Πατέρων απλώθηκε αυθόρμητα στον λαό και έκτοτε το μοναστήρι έγινε ένα από τα πλέον πολυσύχναστα προσκυνήματα της Κρήτης. Περνώντας από πολλές αλλαγές και περιπέτειες, διατηρεί την πολύπλευρη προσφορά του στους πιστούς- με τη λατρεία, τη φιλοξενία και τη φιλανθρωπία.
Θαυμάζομε τους πεζοπόρους, που με πολύ μόχθο, θάρρος και υπομονή, σκαρφαλώνουν σε απότομες πλαγιές και οροσειρές και διασχίζουν τα πανέμορφα και επιβλητικά φαράγγια, συχνά με κίνδυνο της ζωής τους. Πρόκειται για μοναδικές εμπειρίες, που, όποιος δεν τις ζήσει, δεν μπορεί να φανταστεί την ικανοποίηση και τις χαρές που γεύονται οι τολμηροί ορειβάτες. Ανεξίτηλη μένει και στη δική μου μνήμη μια καταπληκτική πεζοπορία στο Φαράγγι της Κριτσάς, στη Β΄ Τάξη του Δημοτικού. Περπατούσαμε μισή μέρα από το ορεινό χωριό μου, για να πάμε να φέρομε μυρτιές να στολίσομε το σχολειό μας, υπακούοντας στο δάσκαλο, για μια Εθνική Εορτή. Τα συναισθήματα μιας διαδρομής μέσα από ένα στενό, επιβλητικό φαράγγι-με τους πανύψηλους βράχους να φτάνουν στον ουρανό, τον ξεροπόταμο με τους μεγάλους λάκκους του νερού που πρέπει να περάσεις, και τον κίνδυνο να γλιστρήσεις ανά πάσα στιγμή- δεν περιγράφονται. Μα στην περίπτωσή μου, ευτυχώς υπήρχαν δυο- τρείς μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων, που στα δύσβατα σημεία σήκωναν στην πλάτη τους μικρότερους κι έτσι επιστρέψαμε το απομεσήμερο σώοι και αβλαβείς, κομίζοντας τις «δάφνες» της πολύωρης πεζοπορίας μας, και με την ηθική ικανοποίηση του μεγαλύτερου «άθλου» εκείνης της χρονιάς!
Μήπως έτσι περίπου δε μοιάζουν και οι «πεζοπορίες» μας στα «φαράγγια» της ζωής; Μικροί, αδύνατοι, μπροστά στο μέγα μυστήριο της Δημιουργίας, νιώθουμε δέος, ταραχή και φόβο μη μείνουμε μόνοι κι αβοήθητοι στις απειλές, όχι τόσο των στοιχείων της απρόσωπης φύσης, όσο της βαρβαρότητας, της σκληρότητας και της ασπλαχνίας των ανθρώπων. Μα έρχονται οι Άγιοι από τα βουνά, τις ερήμους και τα αγιοφάραγγα να μάς συντροφέψουν, γινόμενοι συνοδοιπόροι μας, στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας. Κι είναι παρήγορο ότι τέτοιοι φίλοι μας-τέκνα της Εκκλησίας- υπάρχουν και σήμερα στον κόσμο, που το Άγιο Πνεύμα «αγγίζει» τις ψυχές τους κι αποκαλύπτει, όπως λέει ο Απόστολος: «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδεν καὶ οὖς οὐκ ἤκουσεν καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α΄Κορ. 2, 9)!
Νίκος Σιγανός





