ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
31,Δεκ
Από τα αρχαία χρόνια μέχρι την εποχή μας, το μυστήριο του χρόνου απασχολεί τους ανθρώπους. Μυθολογίες, θρησκείες, φιλοσοφίες και επιστήμες δεν κατάφεραν να το εξιχνιάσουν. Χρόνος: Άπιαστος, σα σκιά. Απατηλός, σαν όνειρο. Κι όμως, τον νιώθουμε να μας συντροφεύει πιστά. Όσο αυτός φεύγει, τόσο εμείς στενοχωρούμαστε, ανήσυχοι για το άγνωστο, αόρατο μέλλον. Ερωτήματα πολύ σοβαρά θα βασανίζουν τους ανθρώπους, εκτός κι αν αποδεχτούν το Λόγο του Θεού, που, καθώς είπε ο Χριστός, θα επαληθευτεί, μέχρι και την τελευταία του λέξη.
Πριν προχωρήσουμε, παρατηρούμε ότι η ιδέα του χρόνου δημιουργείται με την εναλλαγή της ημέρας και της νύχτας, την κίνηση των άστρων, τη θέση της σελήνης, τις εποχές κ. λ. π. Σύμφωνα με τη χριστιανική αντίληψη, ο άχρονος, υπερβατικός Θεός, δημιουργώντας εξελικτικά τον κόσμο, το ηλιακό μας σύστημα και τη ζωή, εισάγει προοδευτικά και όλα τα πλάσματα στο χρόνο. Επεμβαίνει στην ιστορία, για να φτάσει σ’ ένα μυστηριώδες τέλος, που έχει ορίσει Εκείνος.
Πολλοί λαοί στην αρχαιότητα ιεροποιούσαν το χρόνο, εμπλέκοντας «θεούς και δαίμονες», τους οποίους προσπαθούσαν να εξευμενίσουν ή να εξορκίσουν, με πολλούς τρόπους. Αντιθέτως, στην Παλαιά Διαθήκη καταδικάζονται η πολυθεΐα, η ειδωλολατρία, η μαγεία και ο χρόνος εξαγιάζεται, με πάρα πολλές εορτές. Αλλά, το πιο σημαντικό είναι ότι, επισημαίνοντας την αρχή του ανθρωπίνου δράματος στην απώλεια του Παραδείσου, η σκέψη προσανατολίζεται στα έσχατα, στον ερχομό της «Ημέρας Κυρίου».
Όντως, όταν έφτασε το «πλήρωμα του χρόνου», γεννήθηκε ο Χριστός. Τώρα ανατοποθετούνται όλοι οι κύκλοι, όλοι οι καιροί. Αποκτούν νέο περιεχόμενο, νόημα, σκοπό. Η καινούργια Εποχή αρχίζει, από τη στιγμή που Εκείνος διαβεβαιώνει ότι « πεπλήρωται ο καιρός και ήγγικεν η Βασιλεία του Θεού». Με τη Σάρκωσή Του, η ανθρώπινη ιστορία μοιράζεται στα δύο: τα πριν και μετά το Χριστό, που, ενώνοντας τη θεϊκή και την ανθρώπινη, μετέχει στα γήινα κι υποβάλλεται στους περιορισμούς του τόπου και του χρόνου, αλλά, συγχρόνως, ανοίγει την ελπιδοφόρα προοπτική του μέλλοντος αιώνος, μ’ όλα τα κοσμοσωτήρια γεγονότα της επίγειας ζωής Του.
Όπως λέει ο Άγιος Ειρηναίος, «ο Θεός έγινε έγχρονος, για να γίνουμε εμείς οι έγχρονοι άνθρωποι αιώνιοι». Οι Πατέρες έκαμαν μεγάλο αγώνα, για να αντικρούσουν απόψεις των αιρετικών, που, ξεκινώντας από αρχαίες αντιλήψεις για το χρόνο, κατέληγαν σε τρομερές πλάνες σχετικά με το πρόσωπο του Χριστού. Κι έρχονται οι σύγχρονες επιστήμες να επαληθεύσουν τις απόψεις του Μεγάλου Βασιλείου, τον οποίο, δυστυχώς, οι αδηφάγες εταιρίες εμπορεύονται με αναίσχυντα μέσα και τρόπους.
Στο ευαγγέλιο του Πάσχα ακούμε: «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος»». Ασφαλώς, η επιλογή δεν είναι τυχαία. Όπως και τίποτα δεν έγινε τυχαία στο σύμπαν. Από την πρώτη δημιουργία του κόσμου, τώρα περνούμε στη δεύτερη. Το μεγάλο σκοτάδι της αμαρτίας και των παθών φωτίζεται με το ανέσπερο φως της Αναστάσεως: «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια». Κι έχει μεγάλη σημασία αυτό το «νυν», καθώς, από τη σωστή βίωσή του θα εξαρτηθεί το αιώνιο «τότε». Βρισκόμαστε στο «χρόνο της Εκκλησίας». Είναι ο «λειτουργικός χρόνος», που, με κέντρο τη Θεία Ευχαριστία, αγιάζεται, εισάγει στη Βασιλεία του Θεού, εκπέμπει αγιασμό: «Νυν επέστη ο καιρός ο πάντας αγιάζων».
Μέσα στην απέραντη θάλασσα τούτης της πρόσκαιρης ζωής, αλλά και του ιστορικού χρόνου, το καράβι της Εκκλησίας ταξιδεύει, άλλοτε με μπονάτσες, κι άλλοτε με ανέμους, τρικυμίες και κλυδωνισμούς. Ευτυχισμένοι οι ταξιδιώτες που την εμπιστεύονται, αφού «καπετάνιος» είναι ο ίδιος ο Χριστός, που την οδηγεί με ασφάλεια στο απάνεμο λιμάνι της Αιώνιας ζωής.
Στην Αποκάλυψή του ο Ιωάννης περιγράφει το τέλος του «πρώτου» σύμπαντος, βλέπει «ουρανόν
καινόν και γην καινήν» και ακούει το Θεό να του λέει: «Εγώ το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος. Εγώ τω διψώντι δώσω εκ της πηγής του ύδατος της ζωής δωρεάν. Και έσομαι αυτώ Θεός και αυτός έσται μοι υιός» (20, 1, 6-7)! Η αρχή και τέλος του χρόνου βρίσκονται στα χέρια του Δημιουργού. Όλες οι φιλοσοφίες, αρχαίες και σύγχρονες, που αγνοούν ή υποτιμούν την ύπαρξη του Θεού και την Πρόνοιά Του και παραπαίουν στον Πανθεϊσμό, σα σκόνη και καπνός διαλύονται, με την αύρα του Πνεύματος και στην Παρουσία του Χριστού.
Η Εκκλησία μας δέεται να ευλογεί ο Κύριος τους χρόνους και τους καιρούς. Κι επειδή δεν ξέρομε την ώρα του θανάτου μας, καθώς και της ελεύσεως Εκείνου, οφείλουμε να αξιοποιούμε το χρόνο της ζωής μας, υπερβαίνοντας τις δυσκολίες και προσδοκώντας τη Δευτέρα Παρουσία με την πρωτοχριστιανική, των Αγίων τη χαρά. Ο Ευαγγελιστής, τελειώνοντας, γράφει: «Λέγει ο μαρτυρών ταύτα. Ναι έρχομαι ταχύ» (22, 20). Ευλογημένοι όσοι είναι έτοιμοι να απαντούν: «Ναι, έρχου, Κύριε Ιησού»! ΑΜΗΝ.
Καλή χρονιά-Νίκος Σιγανός, θεολόγος




