ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Ο ΧΟΡΟΣ
Με τους ύμνους της Αναλήψεως του Κυρίου να ευφραίνουν ακόμα τις ακοές μας, αλλά και τους προεόρτιους της Πεντηκοστής, να μας προετοιμάζουν για την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, η Εκκλησία μας καλεί τούτη την Κυριακή να εορτάσομε τη μνήμη των θεοφόρων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ. Χ. και δογμάτισε το ομοούσιον της Αγίας Τριάδος, διαλύοντας τη βλασφημία του Αρείου εναντίον της θεότητας του Χριστού. Άλλοτε, μάλιστα, στην Κωνσταντινούπολη συνεορτάζονταν οι Πατέρες και των άλλων Οικουμενικών Συνόδων, για να δηλωθεί έτσι η ενότητα της Ορθόδοξης Πίστης και η συνέπειά της προς τη διδασκαλία του Ευαγγελίου.
Ας επιχειρήσομε να ψηλαφήσομε το δρόμο, που με απόλυτη αφοσίωση εκείνοι χάραξαν και τον οποίο οι ένδοξοι πρόγονοί μας ακολούθησαν κι έδειξαν σε μάς, για να πορευόμαστε σ’ έναν ανώτερο προορισμό, πέρα και πάνω από τον ατομικιστικό και υλιστικό τρόπο ζωής, που κυριαρχούν στην εποχή μας.
«Ακριβείς φύλακες των αποστολικών παραδόσεων»
Δεν είναι μόνο ο ευαγγελιστής Ιωάννης, που διαβεβαιώνει για τη γνησιότητα όσων γράφει για τον Ιησού, ως αυτόπτης μάρτυρας και ακροατής Του. Όλοι οι Απόστολοι διαβεβαιώνουν γι’ αυτά. Ο Παύλος συχνά αναφέρεται στο ευαγγέλιο που παρέλαβε ο ίδιος. Στην προς Γαλάτας Επιστολή γράφει χαρακτηριστικά: «Γνωρίζω δε υμίν, αδελφοί, το ευαγγέλιον το ευαγγελισθέν υπ’ εμού ότι ουκ έστι κατά άνθρωπον-ουδέ εγώ παρά ανθρώπου παρέλαβον αυτό, ούτε εδιδάχθην, αλλά δι’ αποκαλύψεως Ιησού Χριστού» (Α΄, 11-12). Αυτά, λοιπόν, που παρέλαβαν από τον Κύριο οι Απόστολοι, παρέδωσαν στους μαθητές τους, στους επισκόπους, στους πρεσβυτέρους, στο πλήρωμα της πρώτης Εκκλησίας. Περιόδευαν κι αγρυπνούσαν, συχνά νηστικοί, διψασμένοι, στο κρύο, στη ζέστη, σε θλίψεις, στενοχώριες, απερίγραπτες κακουχίες και στερήσεις, εκτεθειμένοι σε μύριους κινδύνους, περνώντας θάλασσες κι ερήμους, άγρια βουνά κι άγνωστους τόπους, για να μεταδώσουν το λόγο του Χριστού σε γνωστούς και αγνώστους, σε βαρβάρους και πολιτισμένους. Και να στηρίξουν, ύστερα, παντοιοτρόπως τις χριστιανικές κοινότητες, σε δύσκολες συνθήκες κι εποχές. Διώχτηκαν, φυλακίστηκαν, χτυπήθηκαν, βασανίστηκαν, πέθαναν, οι περισσότεροι μαρτυρικά, για τον Ιησού Χριστό. Στα ίχνη τους βάδισαν οι Πατέρες της Αποστολικής εποχής κι όλοι οι μεταγενέστεροι, όλοι οι Άγιοι και Μάρτυρες, μέχρι την εποχή μας. Δικαίως, λοιπόν, ομολογούμε την Κυριακή της Ορθοδοξίας: «Οι Προφήται ως είδον, οι Απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν, οι Διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν, η Οικουμένη ως συμπεφρόνηκε, η χάρις ως έλαμψε, η αλήθεια ως αποδέδεικται, το ψεύδος ως απελήλαται (έχει απομακρυνθεί), η σοφία ως επαρρησιάσατο, ο Χριστός ως εβράβευσεν-ούτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρύσσομεν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν ημών» («Συνοδικόν»). Αυτή η πίστη, των Αποστόλων, των Πατέρων, των Ορθοδόξων, στήριξε την Οικουμένη. Οι άγιοι θεοφόροι Πατέρες, διατυπώνοντας το πλήθος των συνοδικών κανόνων και δογμάτων, ερμηνεύουν υπεύθυνα, αυθεντικά, την Αγία Γραφή και με τον ένθεο βίο τους θεμελιώνουν αγιοπνευματικά την Παράδοση της Εκκλησίας. Αυτά μας λέει και ο υμνογράφος, με το δικό του τρόπο:«Ὅλην εἰσδεξάμενοι, τὴν νοητὴν λαμπηδόνα, τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὑπερφυέστατον χρησμολόγημα, τὸ βραχὺ ῥήματι, καὶ πολὺ συνέσει, θεοπνεύστως ἀπεφθέγξαντο, ὡς Χριστοκήρυκες, εὐαγγελικῶν προϊστάμενοι, δογμάτων οἱ μακάριοι, καὶ τῶν εὐσεβῶν παραδόσεων· ἄνωθεν λαβόντες, τὴν τούτων ἀποκάλυψιν σαφῶς, καὶ φωτισθέντες ἐξέθεντο, ὅρον θεοδίδακτον» (Προσόμοιο Αίνων).
«Είδα τον αδελφό μου, είδα τον Θεόν μου»
Όμως, για να μη νομιστεί πως μόνο οι Ποιμένες της Εκκλησίας, ή, οι σοφοί, οι σπουδασμένοι, αγωνίζονταν για τη διάδοση της διδασκαλίας του Κυρίου, ας σκεφτούμε το πλήθος των απλών, αγράμματων, αλλά, αγίων ανθρώπων, από όλα τα στρώματα, τις τάξεις της κοινωνίας και τα επαγγέλματα, σ’ όλες τις εποχές, που, αίροντας τους σταυρούς τους, ακολούθησαν τη φωνή του Θεού, έδωσαν τη μαρτυρία της πίστεως και πορεύτηκαν, μεταφέροντας το μήνυμα του Ευαγγελίου σ’ όλες τις κατευθύνσεις, ως την άκρη της γης. Ας θυμηθούμε τους Νεομάρτυρες, που με το αίμα τους πότισαν και αγίασαν κάθε γωνιά τούτης της ευλογημένης πατρίδας, την οποία, άνθρωποι άσπλαχνοι, άπιστοι και απάτριδες, σκληροί και διεφθαρμένοι, μολύνουν με τα λόγια και τις ανίερες πράξεις τους. Την ξεπουλούν κι εκμεταλλεύονται το λαό μας, που δοκιμάζεται σκληρά. Η σκέψη μας αγκαλιάζει γενεές γενεών αγνών, αγαθών προγόνων μας, παππούδων και γιαγιάδων, που τηρούσαν αυστηρά τις παραδόσεις του τόπου. Την πίστη και το φιλάνθρωπο πνεύμα της Εκκλησίας. Δεχόντουσαν και φιλοξενούσαν το συνάνθρωπο, σαν το Χριστό, κι ας μην είχαν ποτέ τους ακούσει μεγάλα λόγια περί «πολυπολιτισμικής κοινωνίας»! Όμως, είχαν βυζάξει το γάλα της μάνας μας Ορθοδοξίας. Βαθιά στην καρδιά τους, λες με το πρώτο γλυκό νανούρισμα, είχε ανεξίτηλα εγγραφεί το «Αγαπάτε αλλήλους». Μήπως κάτι τέτοιους «μωρούς» και «εξουθενωμένους», κατά τον Παύλο, δε διαλέγει ο Χριστός, για να γελοιοποιήσει τους «σοφούς» και τους ισχυρούς του κόσμου; Και ευτυχώς που, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, τέτοιοι «σαλοί», έστω και λίγοι, κυκλοφορούν ακόμη ανάμεσά μας! Όλοι μαζί, λοιπόν, οι πιστοί αποτελούμε το «λαό του Θεού», το «πλήρωμα της Εκκλησίας», που, σύμφωνα με την ορθόδοξη αντίληψη, έχει τη βαριά ευθύνη για τη διαφύλαξη της Πίστεως. «Είδα τον αδελφό μου, είδα το Θεό μου», λέει ο άνθρωπος της Ορθόδοξης Ανατολής, ανοίγοντάς του δρόμο να περάσει. Καταργεί, έτσι, εμπράκτως, την «Κόλαση» που βλέπει ο δυτικοθρεμμένος «άθεος», ή δημιουργεί ο ηθικιστής, αντικρίζοντας το διπλανό του, που τον προσπερνά ως «αμαρτωλό», ή και ζητάει την «τιμωρία» του, ίσως και μέχρι την εξόντωσή του. Κάπως έτσι δε συμβαίνει, ας πούμε, και σήμερα, στη «λυκοφωλιά» της Ευρωζώνης, με πρωταγωνιστές τους τηρητές των νόμων της Προτεσταντικής ηθικής και τους «χριστιανοδημοκράτες» της Δύσης;«Ρύσαι λαόν σου Κύριε»
Συγκεντρώθηκε, φίλοι μου, «των αγίων Πατέρων ο χορός» από τα πέρατα της Οικουμένης, για να ομολογήσει και να παραδώσει στην Εκκλησία το «μυστήριον της θεολογίας». Η καρδιά τους «καιγόταν» από την αγάπη στο Χριστό και την Εκκλησία. Είχαν καλά εγκολπωθεί τα λόγια, που ο Παύλος απηύθυνε προς τους χριστιανούς της Εφέσου, όταν τους αποχαιρετούσε για τελευταία φορά. Ως στοργικός πατέρας, τους συμβούλευε να προσέχουν τους «βαρείς λύκους», που ζητούν να αποσπάσουν τους πιστούς από το δρόμο του Χριστού. Τιμώντας τους αγίους μας, τιμούμε το Χριστό. Οι Πατέρες, ως καλοί ποιμένες, ανάλωσαν τη ζωή τους στη διακονία του ποιμνίου τους. Κι έτσι κάνουν σ’ όλες τις εποχές: υπηρετούν το οικουμενικό, αναγεννητικό, λυτρωτικό έργο της Εκκλησίας. Αυτοί μας εμπνέουν και μας ενδυναμώνουν στον αγώνα μας, σε μια εποχή δύσκολη, με τη σύγχυση «πνευμάτων» και «γλωσσών», στην Οικογένεια, στην Εκπαίδευση, στην Πολιτική- σ’ όλη την κοινωνία. Ας ικετεύσομε τον Κύριο να μας προφυλάσσει από το μιαρό «μυστήριον της ανομίας», που βλέπομε να προχωρεί στις μέρες μας, και να μας αξιώνει να τον λατρεύομε ορθοδόξως:«Πατέρων θείων σήμερον, τὴν μνήμην ἑορτάζοντες, ταῖς παρακλήσεσι τούτων, δεόμεθα πανοικτίρμον. Πάσης βλάβης αἱρέσεων, ῥῦσαι λαόν σου Κύριε, καὶ πάντας καταξίωσον, Πατέρα, Λόγον δοξάζειν, καὶ τὸ πανάγιον Πνεῦμα» (Εξαποστειλάριον).
Νίκος Σιγανός-θεολόγος




