Σχόλια στις Καταβασίες της Παναγίας
07,Μαρ
«ΑΝΟΙΞΩ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΜΟΥ»
Σχόλια στις Καταβασίες της Παναγίας
Όντως μεγαλειώδεις υπήρξαν οι στιγμές της δημιουργίας του ανθρώπου δια του Λόγου του Θεού, «κατ’ εικόνα και ομοίωσή» Του. Και ο άνθρωπος, ανταποκρινόμενος στην ευχαριστιακή αποστολή του, αμέτρητες φορές στο διάβα των αιώνων ύμνησε το Δημιουργό για τις ευεργεσίες Του προς το ανθρώπινο γένος. Δεν ξέρω όμως, αν υπάρχει εκκλησιαστική ακολουθία πιο δημοφιλής απ’ αυτήν του Ακαθίστου και ύμνος τραγουδισμένος πιο πολύ, από τον Κανόνα του. Εμείς θα εστιάσομε την προσοχή μας για ένα σύντομο σχολιασμό στους ειρμούς, τα πρώτα, δηλαδή, τροπάρια, που λέγονται Καταβασίες.
Στην Πρώτη ωδή, ο υμνογράφος μάς λέει ότι θα «ανοίξει το στόμα του και θα γεμίσει με Άγιο Πνεύμα», ώστε να εκπέμψει λόγο χαρμόσυνο για τη Θεομήτορα, εξυμνώντας με χαρά τα θαύματά της. Φτιάχνει, έτσι, ένα, θα λέγαμε, προοίμιο, για να μας προϊδεάσει για όσα πρόκειται να ακούσομε στον Ακάθιστο ύμνο, που, στο μεγαλύτερο μέρος του εξυμνεί την Παναγία με καταπληκτικές εικόνες και λογοτεχνικά σχήματα. Αν, οδηγούμενοι από το Άγιο Πνεύμα, ελάλησαν οι ιεροί συγγραφείς της Βίβλου, και ο Ψαλμωδός το επικαλείται, για να εκπέμψει από την καρδιά του λόγον αγαθόν, γιατί να μην κάνει το ίδιο κι ο «δικός μας» ποιητής, ώστε να εξυμνήσει επαξίως τη Θεοτόκο; Κατά ανάλογο τρόπο πρέπει και οι πιστοί να επιδιώκουν τα «κρείττονα χαρίσματα» του Πνεύματος, ως «δοχεία» της Θείας Χάρης, αντιπαραθέτοντάς τα στις προκλήσεις ενός αμαρτωλού, παραστρατημένου κόσμου.
Έρχεται, τώρα, η Τέταρτη ωδή, με επίδραση εκείνης του προφήτη Αβακούμ, που «ήκουε» το Θεό, «έβλεπε» τα έργα Του και φοβόταν, να μιλήσει για την «ανεξιχνίαστον θείαν βουλήν της εκ της Παρθένου σαρκώσεως» του Θεανθρώπου. Αυτό το «ξένο» και παράδοξο, ακατανόητο μυστήριο, ποιος μπορεί πραγματικά να εννοήσει και να εξηγήσει; Η λογική του κόσμου, ο δυτικός ορθολογισμός, που θέλει να εξηγήσει τα ανεξήγητα, δε χωράει τα «άρρητα ρήματα» της Θείας Αποκαλύψεως. Μόνο με πίστη και ταπείνωση, καρδιακά, μπορεί κανείς να τα προσεγγίσει.
«Εξέστη τα σύμπαντα επί τη θεία δόξη σου», λέει προς την Παναγία ο υμνογράφος στην Πέμπτη ωδή. Αλλά, τι είδους δόξα είναι αυτή, που προκαλεί το θαυμασμό όλης της Δημιουργίας; Προέρχεται, ακριβώς, από το γεγονός που είδαμε παραπάνω: ότι, δηλαδή, η Παρθένος «έσχεν εν γαστρί και έτεκεν τον Εμμανουήλ», καθώς ακούμε στο μυστήριο του Γάμου. Στη μήτρα της φιλοξένησε το Θεό και γέννησε τον άχρονο Υιό, που χαρίζει ως βραβείο τη σωτηρία, σ’ όσους τιμούν και υμνούνε τη Μητέρα Του!
Ο Απόστολος Παύλος παρακινούσε τους πιστούς να «φρονούν τα άνω», δηλαδή, τα του Θεού. Αυτοί είναι οι «θεόφρονες» της Έκτης ωδής, οι ευσεβείς, που, καθώς τελούν την «θείαν και πάντιμον εορτήν της Θεομήτορος», τους καλεί ο υμνογράφος να «χτυπήσουν» ζωηρά τα χέρια τους, σε ένα σκίρτημα χαράς και δοξολογίας του Χριστού.
«Ουκ ελάτρευσαν τη κτίσει οι θεόφρονες παρά τον κτίσαντα»: Στην Εβδόμη ωδή προβάλλονται οι τρεις ευσεβείς νέοι στην αρχαία Βαβυλώνα, που, αρνήθηκαν να λατρεύσουν τη θεόρατη εικόνα του Ναβουχοδονόσορος και, νικώντας με τη δύναμη του Θεού την απειλή της φωτιάς, μέσα στο καιόμενο καμίνι τον υμνούσαν και τον δοξολογούσαν. Μακάρι να διδασκόταν ο άνθρωπος της εποχής μας, που, θαμπωμένος από τις κατακτήσεις του, δείχνει να λατρεύει τα υλικά αγαθά, τυφλωμένος από τα πάθη του, παγιδευμένος σε σύγχρονες μορφές ειδωλολατρίας.
Στο ερώτημα, ποιος διέσωσε τους τρεις νέους μέσα στο αναμμένο καμίνι, έρχεται να απαντήσει η επόμενη ωδή: ο Τόκος της Θεοτόκου, που προεικονιζόταν από τον άγγελο Κυρίου. Μετά την ενανθρώπησή Του συναθροίζει όλη την οικουμένη, με την Εκκλησία Του, για να τον υμνεί «εις πάντας τους αιώνας»! Είναι ο Αμνός του Θεού, ο αίρων τις αμαρτίες του κόσμου, που τον οδηγεί στον έσχατο δοξασμό του.
Σε μια τέτοια προοπτική, όλοι οι άνθρωποι καλούνται στην Ενάτη και τελευταία ωδή να σκιρτήσουν από πνευματική χαρά και μαζί τους να πανηγυρίζουν οι τάξεις των επουρανίων δυνάμεων, τιμώντας τα θαυμάσια της Θεομήτορος, που διακονεί το μέγα μυστήριο της σωτηρίας των ανθρώπων. Όμως, τελικά, όλες οι τιμές, όπως λέει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αναφέρονται στο σαρκωθέντα Υιό της.
Ευγνωμονούμε το μεγάλο άγιο, υμνογράφο, μουσικό και θεολόγο της Εκκλησίας, που συνέθεσε αυτές τις Καταβασίες, καθώς και τόσους άλλους ωραιότατους ύμνους, ώστε να μπορούμε, ευφραινόμενοι βαθύτατα, να ψάλλομε και να λατρεύομε τον Κύριο θεαρέστως και ευσεβώς και να υμνούμε τη Μητέρα Του καθ’ όλο το λειτουργικό Έτος. Στρέφοντας ταπεινά το νου και την καρδιά μας προς την αγνή Κόρη της Ναζαρέτ, ας της φωνάξουμε δυνατά, μαζί με τον υμνογράφο: «Χαίροις παμμακάριστε Θεοτόκε, αγνή, αειπάρθενε».
Νίκος Σιγανός, θεολόγος





