“ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ ΝΕΚΡΩΣΙΝ”
10,Απρ
Σε έναν ωραίο ύμνο της Κυριακής των Απόκρεω, ο υμνωδός διαλαλεί ότι φώναξε με όση δύναμη είχε προς τον οικτίρμονα Θεό, κι Αυτός τον άκουσε, τον έβγαλε από τα βάθη του Άδη και γλύτωσε από τη φθορά τη ζωή του ( Καταβασίες, ΣΤ΄ Ωδή). Τι είναι, λοιπόν ο Άδης; Πώς τον είδαν οι υμνογράφοι της Εκκλησίας; Πότε και γιατί «κατέβηκε» μέχρι εκεί ο Κύριος;
Δε θα ενδιατρίψουμε, βέβαια, ιδιαίτερα στην αρχαία ελληνική μυθολογία, όπου ο Άδης, μετά από τιτάνιους αγώνες, λόγω της συμβολής του στη νίκη των θεών πήρε την κυριαρχία του «Κάτω κόσμου», όπου παραμένει και δέχεται τους νεκρούς. Είναι αυτονόητο ότι η Αγία Γραφή απορρίπτει αυτές τις ιδέες. Όμως, η φρικτή πραγματικότητα παραμένει: ο Άδης σημαίνει μια κατάσταση, στην οποία κυριαρχούν: ο θάνατος, ο διάβολος, το σκοτάδι. Όμως, πάλι στην εκκλησιαστική υμνογραφία, με το «θείον φέγγος» του Χριστού θα διαλυθεί το σκοτάδι των παθών, η «θάλασσα των πειρασμών», ο «ζόφος των πταισμάτων».
[audiotube id=”KCnXNFxSY4c”]
Ανταποκρινόμενος ο Θεός Λόγος στην ανάγκη θεραπείας αυτής της τραγικής κατάστασης, στην αιώνια αναζήτηση της λυτρώσεως των ανθρώπων, «σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν (Ιω. 1, 14). Τέλειος Θεός υπάρχων, σύμφωνα με την ορολογία της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως». «Τα πάντα προσίεται, ίνα σώση τον άνθρωπον». Σ’ ένα ωραίο τροπάριο ψάλλομε: «Επί γης κατήλθες, ίνα σώσης Αδάμ, και εν γη μη ευρηκώς τούτον, Δέσποτα, μέχρις άδου κατελήλυθας ζητών» (Εγκώμιο Επιταφίου).
Ήδη, όμως, στον ανεπανάληπτο Κανόνα της Μεγάλης Παρασκευής, γνωστόν από το α΄ τροπάριο, «Κύματι θαλάσσης», διακηρύσσεται ο συγκλονισμός των καταχθονίων δυνάμεων, από Εκείνον που εθεάθη ως «νεκρός ζωαρχικώτατος». Κηδεύοντας το Χριστό, διακηρύσσομε κιόλας την Ανάστασή Του:
«Βασιλεύει, ἀλλ’ οὐκ αἰωνίζει, ᾍδης τοῦ γένους τῶν βροτῶν· σὺ γὰρ τεθεὶς ἐν τάφῳ, Κραταιέ, ζωαρχικῇ παλάμῃ, τὰ τοῦ θανάτου, κλεῖθρα διεσπάραξας» (Στ΄Ωδή).
«Τέτρωται ᾍδης, ἐν τῇ καρδίᾳ δεξάμενος τὸν τρωθέντα λόγχῃ τὴν πλευράν, καὶ σθένει πυρὶ θείῳ δαπανώμενος, εἰς σωτηρίαν ἡμῶν τῶν μελῳδούντων· Λυτρωτά, ὁ Θεός εὐλογητὸς εἶ» (Ζ΄Ωδή) .
Στον Εσπερινό του Μ. Σαββάτου, που τελείται το πρωί, ο Άδης προσωποποιείται με έξοχες εικόνες, μέσα από τις οποίες προβάλλει η νίκη του Χριστού:
«Σήμερον ὁ ᾍδης στένων βοᾷ· Συνέφερέ μοι, εἰ τὸν ἐκ Μαρίας γεννηθέντα, μὴ ὑπεδεξάμην· ἐλθὼν γὰρ ἐπ’ ἐμέ, τὸ κράτος μου ἔλυσε, πύλας χαλκᾶς συνέτριψε, ψυχάς ἃς κατεῖχον τὸ πρίν, Θεὸς ὢν ἀνέστησε. Δόξα Κύριε τῷ Σταυρῷ σου, καὶ τῇ Ἀναστάσει σου».
«Σήμερον ὁ ᾍδης στένων βοᾷ· Κατελύθη μου ἡ ἐξουσία…ἐγὼ εἶχον τοὺς νεκροὺς ἀπ’ αἰῶνας, ἀλλὰ οὗτος ἰδοὺ πάντας ἐγείρει. Δόξα Κύριε τῷ Σταυρῷ σου, καὶ τῇ Ἀναστάσει σου».
Μπαίνοντας, λοιπόν, ο Κύριος, στο βασίλειο του θανάτου, κατήργησε τη δύναμή του. Συνέτριψε τα δεσμά του. Υποδούλωσε το Διάβολο, τον άρχοντα του σκότους. Πλημμύρισε τα πάντα με το άκτιστο φως της θεότητάς Του:
«Κατῆλθες ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς, καὶ συνέτριψας μοχλοὺς αἰωνίους, κατόχους πεπεδημένων Χριστέ, καὶ τριήμερος ὡς ἐκ κήτους Ἰωνᾶς, ἐξανέστης τοῦ τάφου», φωνάζει πανηγυρικά ο υμνογράφος στον Κανόνα του Πάσχα.
Η ορθόδοξη εικόνα της Αναστάσεως, η γνωστή ως «εις Άδου Κάθοδος», δείχνει, ακριβώς, τη συγκλονιστική πραγματικότητα της απελευθερώσεως των ψυχών από το θάνατο και την έκχυση της αιώνιας ζωής στους ανθρώπους. Εδώ πραγματοποιούνται οι αρχαίες προφητείες και οι προσδοκίες της ανθρωπότητας. Κηρύσσοντας στους νεκρούς ο Χριστός, τους έδωσε την ευκαιρία να επιστρέψουν στον Παράδεισο, στο αιώνιο Σπίτι, αφού, όπως διακηρύσσει: «Εγώ είμαι ο πρώτος και ο έσχατος, έγινα νεκρός και να τώρα ζω. Και έχω στα χέρια μου τα κλειδιά του θανάτου και του Άδου»(Αποκ.1,17).
«Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ, καὶ τὰ καταχθόνια». Γιορτάζουμε, λοιπόν, το Πάσχα, βιώνοντας, καθένας με τον τρόπο του, τα υπερκόσμια γεγονότα. Φυσιολογικά, την περισυλλογή, τη θλίψη, την μελαγχολική αίσθηση των Παθών και του μαρτυρικού θανάτου του Ιησού, διαδέχονται ο ενθουσιασμός, η αισιοδοξία, η χαρά της Αναστάσεως. Και είναι, ασφαλώς, πολύ εύκολο να μείνουμε στην επιφάνεια, στη συνήθεια, στον απλό συναισθηματισμό, στην τυπολατρία.
Όμως, δικαιολογείται για τους πιστούς μια τέτοια στάση; Ήδη το βάπτισμά μας, με την τριπλή κατάδυση στο νερό, συμβολίζει την κάθοδο του Χριστού στον Άδη και την Ανάστασή Του. Όπως γράφει ο Παύλος Ευδοκίμωφ: «Κάθε βαπτισμένος, αναστημένος μαζί με το Χριστό, φέρει τα στίγματα των ιερατικών μεριμνών του Χριστού Ιερέως, της αποστολικής αγωνίας για την τύχη εκείνων που βρίσκονται στον άδη… προσθέτει κάτι στον πόνο του Χριστού, που βρίσκεται σε αγωνία έως το τέλος του κόσμου» («Η Πάλη με τον Θεόν»,σελ.116, 122).«Η κόλαση είναι οι άλλοι», έλεγε ο Σαρτρ. Δυστυχώς, πολλοί είναι αυτοί που με τη συμπεριφορά τους κάνουν «κόλαση» τη ζωή των άλλων. Αλλά, ο χριστιανός απαντά, με τον Αβά Απολλώ: «είδες τον αδελφό σου, είδες Κύριον τον Θεόν σου». Αγωνιζόμενος, αγρυπνών και προσευχόμενος για όλους, απορρίπτει την αντιχριστιανική αντίληψη ότι, δήθεν, η Πίστη είναι «ιδιωτική υπόθεση».
[audiotube id=”WNC1Ip0H3oY”]
«Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ᾍδου τὴν καθαίρεσιν». Ας ανοίξουμε, αγαπητοί μου, τις καρδιές μας, όπως παραστατικά κάνουμε στις πόρτες των εκκλησιών το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, να μπει ο Βασιλιάς της ουράνιας, αιώνιας δόξας. Να διώξουμε τους «άρχοντες»- πάθη, λογισμούς, πειρασμούς- για να πλημμυρίσουν όλα με το ανέσπερο Φως του Χριστού. Κι ύστερα, επιστρέφοντας στα σπίτια μας, στον κόσμο, στην καθημερινότητα, και φέροντας μαζί μας τη φλόγα της «απαρχής της άλλης βιωτής», ας αγωνιζόμαστε, ώστε οι σχέσεις με τους συνανθρώπους μας, αντί για την «κόλαση», το «θάνατο», να οδηγούν στη «νέκρωση του Άδη», στην κοινωνία του Θεού, στη ζωή του Παραδείσου.
Καλή Ανάσταση-Νίκος Σιγανός





