ΤΟ ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΕΡΩΤΗΜΑ
04,Μαΐ
ΤΟ ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΕΡΩΤΗΜΑ
ΥΠΟ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΦΥΣΙΚΗΣ
Τις καταιγιστικές εξελίξεις στον χώρο της νεωτέρας Φυσικής κατά τον 20ο αιώνα – της Επιστήμης εν γένει – και τις ως προς το περί Θεού ερώτημα επιπτώσεις της, αλλά και ανεξαρτήτως επιπτώσεων, πραγματεύεται, για πρώτη, νομίζω, φορά στην ελληνική βιβλιογραφία, το βιβλίο του Μέγα Λ. Φαράντου υπό τον τίτλο «Θεός και Θρησκεία στις Φυσικές Επιστήμες’. (Εκδ. «Έννοια» 2008) Μέγιστο το επιχειρούμενο με το βιβλίο αυτό εγχείρημα, της καταγραφής των νεωτέρων επιστημονικών πορισμάτων της συγχρόνου Φυσικής σε σχέση με το περί Θεού ερώτημα, καθ’ όσον οι μεν θεολόγοι σπανίω ς κατέχουν, και μάλιστα σε ικανοποιητικό βαθμό, γνώσεις της Φυσικής, οι δε φυσικοί επιστήμονες σπανίως διαθέτουν θεολογική, και ευρύτερα φιλοσοφική, παιδεία, με αποτέλεσμα, κατ’ αρχήν, την έλλειψη διαλόγου μεταξύ Θεολογίας και Φυσικής, αλλά και την κοινωνική άγνοια για τις θεολογικές και τις γενικότερες επιπτώσεις των νεωτέρων αυτών επιστημονικών πορισμάτων. Το εγχείρημα του εν λόγω βιβλίου δεν μειώνεται από τον ενίοτε υπερβολικό, για τον μέσο αναγνώστη, όγκο των παρεχομένων επιστημονικών πληροφοριών, την συχνάκις παρατηρουμένη επανάληψη της μνημονεύσεως ορισμένων απ’ αυτές και την έλλειψη μιας πλέον εύληπτης επεξεργασίας τους και μιας πλέον πρόσφορης αξιοποίησής τους σε σχέση με τον επιδιωκόμενο, με το εν λόγω βιβλίο, σκοπό. Δύο, νομίζω, είναι οι βασικές στοχεύσεις της εξαιρετικής αυτής μελέτης (παρά τα μειονεκτήματά της). Η πρώτη συνίσταται στην ανάδειξη της μεγίστης συμβολής των πορισμάτων της νεωτέρας Φυσικής στο παραδεκτό ή έγκυρο του περί της υπάρξεως του Θεού και της επενεργείας Του στον κόσμο ερωτήματος. Η δεύτερη στο σε κάθε περίπτωση άθικτο ή ανεπηρέαστο της θρησκευτικής πίστεως, κατά τον πυρήνα της, από τις όποιες επιστημονικές εξελίξεις. Συνοπτικώς: α) Το μηχανοκρατικό κοσμοείδωλο της παλαιοτέρας Φυσικής (17ου-18ου αιώνα), δεχόμενο ότι το σύμπαν δεν έχει χρονική αρχή αλλ’ είναι αιώνιο και στατικό, η δε ύλη, ο χώρος και χρόνος συνιστούν απόλυτα, αντικειμενικά, υποστατά μεγέθη, ενώ εν συνόλω ο κόσμος αποτελεί κλειστό σύστημα στον τύπο καλώς ρυθμιζομένου ωρολογίου, αιτιωδώς προσδιοριζόμενος ή εξαρτώμενος από σταθερούς, άτεγκτους, αναλλοίωτους, αιώνιους νόμους (αρχή της αιτιοκρατίας), αναφανδόν απέρριπτε οποιαδήποτε εγκυρότητα ή παραδεκτότητα της προβολής του περί του Θεού ερωτήματος. Η νεωτέρα, όμως, Φυσική κατά τον 20ο αιώνα (θεωρία της σχετικότητας υπό τον A. Einstein, ως προς τον μακρόκοσμο, και κβαντική θεωρία υπό τον M. Planck, τον W. Heisenberg κ.ά., ως προς τον μικρόκοσμο) ανέτρεψε το μηχανοκρατικό αυτό κοσμοείδωλο της παλαιοτέρας Φυσικής, δεχόμενη ότι το σύμπαν έχει γένεση, χρονική αρχή, αδιακόπως κινείται και εξαπλώνεται (ειδικότερη θεωρία Big Bang), σχετικοποιώντας δε τον χώρο και χρόνο, ακόμη και αυτήν την ύλη, ουδένα αντικειμενικό – υποστατό χαρακτήρα φέρουσα αλλά συνιστώσα ενέργεια, ακτινοβολία, κύματα, ενώ σύμπας ο κόσμος υπόκειται σε γνησία απροσδιοριστία, ώστε οι παρατηρούμενοι σ’ αυτόν νόμοι να είναι σχετικοί, αβέβαιοι και απλώς στατιστικοί – πιθανολογικοί (αρχή της απροσδιοριστίας). Εφ’ όσον, επομένως, το σύμπαν έχει χρονική στιγμή γενέσεως και δεν είναι στατικό, ο χώρος – χρόνος και η ύλη είναι σχετικά μεγέθη, τελούντα σε αλληλοεξάρτηση, ενώ γνησία απροσδιοριστία – αβεβαιότητα διέπει το κοσμικό γίγνεσθαι, ο δε κόσμος, εν συνόλω, δεν είναι πλέον αφ’ εαυτού υπάρχων, αιώνιος, αυτάρκης, αιτιοκρατικώς κινούμενος, εν είδει καλοκουρδισμένου ωρολογίου, δυνητικώς, επομένως, χρήζων αρχής και επιδεχόμενος έξωθεν παρεμβάσεως, καταλείπεται ασφαλώς η δυνατότητα για την παρουσία ενός «εξωκοσμικού παράγοντος», μιας «ανωτέρας δυνάμεως», μιας «πρωτογενώς διαπλαστικής – ρυθμιστικής αρχής». Η νεωτέρα, λοιπόν, Φυσική θεωρεί, έγκυρο το ερώτημα περί της παρουσίας και επενεργείας του Θεού στον κόσμο, εν όψει του ότι τα πορίσματά της αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο να υπάρχει Θεός ενεργών στον κόσμο. Οι ίδιοι οι νεώτεροι αυτοί φυσικοί επιστήμονες, στην πλειοψηφία τους, εγείρουν, και κατά σαφή τρόπο, το περί Θεού ερώτημα: Κατά τον M. Planck «Θρησκεία και Φυσική δεν αλληλοαποκλείονται, όπως πιστεύουν μερικοί, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοπροσδιορίζονται…», κατά τον W. Heisenberg «Η πρώτη γεύση από το ποτήρι της Φυσικής ομοιάζει με αθεΐαν, αλλά στο βάθος του ποτηριού περιμένει ο Θεός». Κατά τον A. Einstein «Οι σοβαροί ερευνητές στην σήμερον, γενικώς υλιστική, κοινωνία μας, είναι οι μόνοι βαθειά θρησκεύοντες άνθρωποι… Δύσκολα θα βρείτε έναν βαθειά σκεπτόμενο επιστήμονα που να μην διαποτίζεται από κάποιαν ιδιόμορφη θρησκευτικότητα», κατά τον P. Davies «Η επιστήμη της Φυσικής προσφέρει στην αναζήτηση του Θεού έναν πιο ασφαλή δρόμο απ’ αυτόν της Θρησκείας», κατά την K. Ferguson «Πολλοί εκ των φυσικών επιστημόνων πιστεύουν με αφοσίωσιν στον Θεόν, άλλοι δε είναι αγνωστικιστές, αλλ’ ουδείς είναι άθεος» και «Μία απόδειξη κατά της πίστεως στον Θεόν δεν είναι δυνατόν να προσαχθεί εκ μέρους των μοντέρνων επιστημόνων». β) Παρά ταύτα, η Θρησκεία δεν έχει ανάγκη στηρίξεως εκ της Επιστήμης. Η Επιστήμη δεν δύναται, τελικώς, να αποφανθεί περί του Θεού, ως μη υποπίπτοντος στα ανθρώπινα γνωστικά όργανα και μεθόδους (την λογική, την παρατήρηση, την εμπειρία, το πείραμα). Η Θρησκεία εξ ορισμού συνιστά «σύστημα πίστεως», σύστημα, δηλαδή, μιας διεισδύσεως και εμβαθύνσεως στην κοσμική πραγματικότητα πέραν της ανθρωπίνης λογικής – εμπειρικής ικανότητας, δια της προσευχής, της κατανύξεως, της διοράσεως, της ενοράσεως και με στοιχεία λογικών μόνο ενδείξεων, αλλ’ όχι αποδείξεων. Ο κόσμος – φύση, που «κρύπτεσθαι φιλεί» (Ηράκλειτος), συντίθεται από ποικίλα επίπεδα, ώστε ποικιλοτρόπως ομοίως προσεγγίζεται, μη αρκουμένων των ανθρωπίνων γνωστικών οργάνων και μεθόδων. Ως ορθώς ελέχθη, δεν μπορείς να αλιεύσεις μαρίδες με το δίχτυ αλλ’ απαιτείται άλλο μέσον. Άλλωστε, πολλοί επιστήμονες χρησιμοποίησαν στις έρευνές τους και μη αμιγώς επιστημονικές μεθόδους, βασιζόμενοι και σ’ έναν «μυστικιστικό» τρόπο προσεγγίσεως της πραγματικότητας. Θεωρείται, μάλιστα, ότι τελικώς και η ίδια η Επιστήμη συνιστά «σύστημα πίστεως», υπό την έννοια ότι τα πέντε βασικά αξιώματά της (το λογικό, το ποσοστό, το σχετικό, το αντικειμενικό και το ενιαίο της πραγματικότητος) συνιστούν υποθέσεις πίστεως, δοθέντος ότι ουδέποτε μέχρι τώρα απεδείχθησαν (K. Ferguson). Εν κατακλείδι, κατά την ρήση του P. Davies (με την οποία τελειώνει η αξιολογότατη μελέτη του Μέγα Λ. Φαράντου), «Ο αληθινός πιστός θα πρέπει να παραμένει στην πίστη του, ακόμη και αν ο,τιδήποτε φαίνεται ότι είναι αντίθετο προς αυτήν». Εμείς ας ενθυμόμαστε ότι ο Χριστός, στην ιδιαίτερη μάλιστα πατρίδα του (την Ναζαρέτ), «ουκ ηδύνατο εκεί ουδεμίαν δύναμιν πομήσαι… δια την απιστίαν αυτών» (Κατά Μάρκον κεφ. στ΄, στ. 5-6) και ότι «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Κατά Ματθαίον κεφ. ζ, στ. 21).Ιωάννης Μ. Μαρκάκης



