ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ΛΟΥΚΑ (ΙΒ΄,16-21)
Ο «άφρων πλούσιος»: παράδειγμα προς αποφυγήν
Κατά το Μέγα Βασίλειο, δύο είναι τα είδη των πειρασμών: οι θλίψεις, που βασανίζουν τις καρδιές και τις δοκιμάζουν, σαν το χρυσάφι στη φωτιά, και η «αφθονία της ζωής». Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μάς δίνει την ευκαιρία να στοχαστούμε, για άλλη μια φορά, σχετικά με τη χρήση του πλούτου και τους κινδύνους που διατρέχουν όσοι τον λατρεύουν και προσκολλώνται σ’ αυτόν.
Ας ξεκινήσουμε όμως με την αφορμή της Παραβολής. Ο Ιησούς πορεύεται προς τα Ιεροσόλυμα και το Πάθος, και κάποιος έρχεται και τον παρακαλεί να μεσολαβήσει, ώστε να μην τον αδικήσει ο αδελφός του στη μοιρασιά της πατρικής κληρονομιάς! Κι απαντάει ο Χριστός : Άνθρωπέ μου, μήπως με πέρασες για δικαστή, για να χωρίζω τις περιουσίες σας; Ιδού-συνεχίζει- ένας πλούσιος, που τα χωράφια του έδωσαν άφθονη σοδειά. Κι αναρωτιόμαστε εμείς: άραγε, πώς έγινε αυτό; Σίγουρα, όχι μόνο με τις δικές του φροντίδες. Ξέρομε από πόσους παράγοντες εξαρτάται η επιτυχία μιας γεωργικής παραγωγής. Ξέρομε επίσης ότι, όπως παντού, έτσι και στη Γαλιλαία, οι γαιοκτήμονες απολάμβαναν τα αγαθά που αποκτούσαν χάρη στο μόχθο, στις θυσίες, στην άγρια εκμετάλλευση δουλοπαροίκων, φτωχών και εργατών. Άλλωστε, κι εμείς έχουμε ζήσει παρόμοιες καταστάσεις και στις δικές μας κοινωνίες, κι ας αναπολούμε παλιότερες εποχές-και δικαίως, γιατί πολλά θετικά στοιχεία τους τα έχομε απωλέσει ανεπιστρεπτί!
Υπήρξαν βέβαια πολλοί πλούσιοι, από την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, με πίστη στο Θεό, που τον δοξολογούσαν κι είχαν αγάπη προς τους συνανθρώπους τους, ώστε να μη λυπούνται να μοιράζουν αγαθά και να βοηθούν σημαντικά τους φτωχούς. Αλλά, τούτος εδώ δεν είχε καμιά σχέση μ’ εκείνους, που τα ονόματά τους, όχι μόνο έμειναν στην Ιστορία, μα, το σπουδαιότερο, «γράφτηκαν» στο «Βιβλίο της ζωής». Παγιδευμένος τόσο πολύ στην περιουσία του, δεν έβρισκε ησυχία και χαρά. Δεν ευχαριστούσε το Θεό για τις ευλογίες Του. Ούτε σκεφτόταν να δώσει κάτι παραπάνω στους καλλιεργητές, ή τα οφειλόμενα στο Ναό, ή στους φτωχούς και απόκληρους της γης. Δε χόρταινε η «αμετάδοτη καρδιά» του. Ήταν τόσο εγωιστής, αχόρταγος, άσπλαχνος, υλιστής, που κοιμόταν και ξυπνούσε με το άγχος της αύξησης της πελώριας περιουσίας του.
Ω άνθρωπε πλανεμένε και αξιολύπητε, μήπως νομίζεις πως έχεις μόνο το σώμα και ανάγκες υλικές; Πώς λησμονείς Εκείνον που σ’ έπλασε και ενεφύσησε στη λάσπη τη «ζώσα πνοή»; Μήπως δεν είσαι «ζώον θεούμενον», με ανώτατο σκοπό να μοιάσεις με το Θεό; Ω ανόητοι πλουτοκράτες, ως πότε θα θεωρείτε τους εαυτούς σας αφεντικά σε «ξένα χωράφια», σε αγαθά που δε σας ανήκουν; Γιατί σκορπάτε τη δυσοσμία των παθών σας τριγύρω σας, οδηγώντας τους εαυτούς σας στην πνευματική αυτοκτονία και καταδικάζοντας ολόκληρους λαούς στον πόνο, στη δυστυχία, στην καταστροφή;
Στεναχωριόταν ο πλούσιος της Παραβολής, γιατί δεν είχε τόπο να συνάξει τη σοδειά του, μα στο τέλος βρήκε τη λύση: να γκρεμίσει τις αποθήκες του και να κτίσει μεγαλύτερες, ώστε να χωρέσουν τους καρπούς, κι ύστερα να πει στον εαυτό του: «Τώρα έχεις πολλά αγαθά, που αρκούν για πολλά χρόνια. Ξεκουράσου, τρώγε, πίνε, διασκέδαζε»! Όμως, τι κρίμα. Οι αυταπάτες δεν κρατάνε πολύ. Μπορεί οι άφρονες σ’ όλες τις εποχές να λένε πως δεν υπάρχει ο Θεός, αλλά έρχεται η φοβερή ώρα του θανάτου. Τότε, ο Κύριος, που ο πλούσιος για μια ολόκληρη ζωή τον είχε βάλει στο περιθώριο, απευθύνει το αμείλικτο ερώτημα- σε κείνον, αλλά, εμμέσως και στον καθένα από μάς: «αυτά που ετοίμασες, σε ποιον θα ανήκουν»;
Θα απαντούσαν, βέβαια, πολλοί ότι «τα αφήνουν στα παιδιά τους», ενώ, κατά τη χριστιανική και πατερική αντίληψη, ακόμα και η ηθική αξία της κληρονομιάς του πλούτου είναι αμφισβητήσιμη. Και το ζήτημα είναι πως και πολλοί φτωχοί ζουν με τη ζήλεια, το φθόνο, την επιθυμία της απόκτησης υλικών αγαθών και με την αίσθηση της στέρησης, της αδικίας και της βαρβαρότητας των παραφρόνων ισχυρών, των βιαστών της ανθρωπότητας και καταστροφέων αξιών, Πολιτισμών, της ειρήνης, του πλούτου της γης. Αλλά, ο Κύριος λέει: «Προσέχετε και να φυλάγεστε από την πλεονεξία, γιατί τα πολλά πλούτη δεν δίνουν στον άνθρωπο την αληθινή ζωή» (Λουκ. ΙΒ΄, 15).
Πλούτος- φτώχεια, ζωή-θάνατος, αγώνας επιβίωσης, για την κάλυψη υλικών και πνευματικών αναγκών. Λίγο πολύ, πλούσιοι και φτωχοί «συναντιόμαστε» στον άγριο στίβο της ζωής. Πάρα πολλοί άνθρωποι, παρά τις οικονομικές κρίσεις και τη σκληρή δοκιμασία της πανδημίας, φαίνεται ότι έχουν παγιδευτεί στην καλοζωία, στον υλιστικό τρόπο ζωής, στον ατομικισμό. Αλλά, μήπως η ζωή μας τελειώνει στον τάφο; Πώς διαπερνούμε το «πέλαγος» τούτης της ζωής και ξανοιγόμαστε στην Άλλη; Φίλοι μου, με την Παραβολή που είδαμε, ο Κύριος της ζωής και του θανάτου μάς έδειξε τί παθαίνει «όποιος μαζεύει πρόσκαιρους θησαυρούς και δεν πλουτίζει τον εαυτό του με ό,τι θέλει ο Θεός». Έχομε μεγάλη ευθύνη, ιδιαιτέρως οι χριστιανοί, σ’ ένα κόσμο άδικο και βάρβαρο, με αυξανόμενες ανησυχητικά, τη φτώχεια, την πείνα, το θάνατο, να αγωνιζόμαστε, ώστε να γίνεται ολοένα και περισσότερο πράξη το εγερτήριο σάλπισμα του Χριστού: «Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω». Αμήν!
Νίκος Σιγανός, θεολόγος





