«Του κρύψαντος το τάλαντον, την κατάκρισιν ακούσασα, ψυχή, μη κρύπτε λόγον Θεού-κατάγγελε τα θαυμάσια αυτού».
Ο ωραιότατος αυτός ύμνος, που με πολλή κατάνυξη τον ακούμε κάθε χρόνο τη Μεγάλη Δευτέρα το βράδυ, μας παραπέμπει στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής, με το οποίο έχομε την ευκαιρία να στοχαστούμε για πράγματα αναγκαία στη ζωή μας, αλλά δυστυχώς… παρατημένα στους ναούς, τους ιερείς και τους ψάλτες!
Μας μιλάει λοιπόν ο Χριστός για κάποιον άνθρωπο που κάλεσε τους δούλους του και τους εμπιστεύτηκε την περιουσία του- πέντε τάλαντα, δύο, ένα αντιστοίχως- κι είχε απ’ αυτούς σοβαρές απαιτήσεις: την απόδοση των «κεφαλαίων» του, την αύξηση των «επενδύσεών» του. Ανάλογος βέβαια θα είναι και ο έλεγχός του, όταν επιστρέψει. Λοιπόν, οι δύο πρώτοι δεν απογοήτεψαν το αφεντικό τους. Απεναντίας, δούλεψαν σκληρά, διπλασίασαν τα τάλαντα και βέβαια πληρώθηκαν αναλόγως: εισέπραξαν τον έπαινο, την αμοιβή και τη χαρά του! Μα δεν έπραξε το ίδιο κι ο τρίτος! Αδιάφορος, οκνηρός και πονηρός, έκρυψε το τάλαντο βαθιά στη γη και… «πέρα βρέχει»! Eπί πλέον, αντί να μετανιώσει για τη στάση του, με περισσό θράσος προσβάλλει το αφεντικό, για να εισπράξει την ανάλογη πληρωμή του: την αιώνια τιμωρία. Διαβάστε περισσότερα…