ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΚΟΣΜΑ ΤΟΝ ΑΙΤΩΛΟ
24,Aug
(Ομιλία, που έγινε μετά τον εσπερινό της εορτής του Αγίου, σε εκδήλωση της Ενορίας της Ευαγγελιστρίας Αγίου Νικολάου – 23.8.2015 – , από τον Πρωτ/ρο Ευάγγελο Παχυγιαννάκη)
Με χαρά αλλά και με δισταγμό δέχτηκα την πρόσκληση του προϊσταμένου της Ενορίας της Ευαγγελιστρίας, αγαπητού αδελφού εν Χριστώ, πατρός Γεωργίου και των συνεργατών του να ομιλήσω στην αποψινή εσπερίδα της Ενορίας. Χαρά μεν γιατί μου δίδεται η ευκαιρία να εντρυφήσω ξανά στη ζωή και στο έργο του αγαπημένου μας Αγίου, σοφού διδασκάλου, ιεραποστόλου και εθνομάρτυρα Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, αλλά και με κάποιο δισταγμό, που οφείλεται στη δική μου ανεπάρκεια να αναφερθώ σε μια τέτοια γιγαντιαίου διαμετρήματος προσωπικότητα. Παρά ταύτα, επικαλούμαι τις πρεσβείες του Αγίου, κάνω τον σταυρό μου και προχωρώ μαζί σας, σεβαστοί πατέρες και αγαπητοί μου αδελφοί, μέλη τίμια της Εκκλησίας και λοιποί συνεορταστές της μνήμης του Αγίου, επικαλούμενος την προσοχή σας στα λίγα και άτεχνα που θα αναφέρω στην αγάπη σας.
Όπως έχει ανακοινωθεί, το θέμα που θα μας απασχολήσει χωρίζεται σε δύο μέρη: είναι οι γνώμη που έχει ο Άγιος για την Παιδεία των Ελλήνων και για την κοινωνικότητα που πρέπει να έχουν μεταξύ τους αυτοί που θέλουν να λέγονται χριστιανοί. Και νομίζομε ότι καλώς εξελέγη το θέμα αυτό, γιατί ιδιαιτέρως σ’ αυτήν εδώ την Ενορία διακονείται και το μέγα κεφάλαιο της εν Χριστώ Παιδείας διά της κατηχήσεως και των πολλαπλών δραστηριοτήτων για τους νέους, αλλά και το θέμα της φιλανθρώπου κοινωνικής επιμελείας και προσφοράς.
Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ή Πατροκοσμάς, όπως αναφέρεται συνήθως, έζη- σε σε μια δύσκολη για το Γένος εποχή. Και σ’ αυτή την εποχή, όπου εβασίλευε το σκότος της αμαθείας ήρθε σαν φάρος τηλαυγής να φωτίσει το δούλον Γένος, με το φως του ευαγγελίου του Χριστού και της ιεράς Παραδόσεως. Η δύσμοιρη τότε πατρίδα μας δεχότανε ισχυρά και αλλεπάλληλα πλήγματα όχι μόνο από τον Τούρκο κατακτητή, αλλά και από τους μισιοναρίους της Δύσεως, που επέλασαν στην ορθόδοξη Ανατολή ως λύκοι, προσπαθώντας να αλλοιώσουν την ορθόδοξη πίστη μας. Μ’ αυτούς τους λύκους των διαφωτιστών από τη μια και των αλλοπίστων θηρίων από την άλλη είχε να αντιπαλέψει ο Άγιος. Τόση ήταν η κατάπτωση του θρησκευτικού συναισθήματος, ώστε τα παιδιά των χριστιανών έμεναν αβάπτιστα, αλλά και η αλλοίωση της ελληνικής γλώσσας, άφηνε συνεχώς ζοφερά τα σημάδια της.
Στα χρόνια του Πατροκοσμά, όσο σάπιζε το κράτος του Σουλτάνου, τόσο τα δεινοπαθήματα των ραγιάδων μεγάλωναν, οι ομαδικοί εκτουρκισμοί όχι μόνο δεν είχαν σταματήσει, αλλά απειλούσαν να αλλοιώσουν ολόκληρη την εθνολογική υπόσταση της Ηπείρου, της Αλβανίας και μέρους της Μακεδονίας. Οι ομαδικές αλλαξοπιστίες στα μέρη αυτά, εξηγούν το γεγονός, γιατί ο Πατροκοσμάς δίδαξε και έδρασε περισσότερο σ’ αυτά τα μέρη.
Ένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια της δράσεώς του, είναι ο αγώνας κατά των εξισλαμίσεων. Με την ολόθερμη γλώσσα του και τον λαϊκό συναισθηματισμό του δυνάμωνε την ηθική αντοχή του λαού. «Ανίσως, αδελφοί μου, ήτο δυνατόν να φωνάξω μίαν φωνήν μεγάλην, να κηρύξω εις όλον τον κόσμον, πως μόνον ο Χριστός μας είναι Θεός αληθινός και ζωή των πάντων, ήθελα το κάμω· μα επειδή και δεν δύναμαι να πράξω εκείνο το μέγα, κάμω τούτο το μικρόν και περιπατώ από τόπον εις τόπον και διδάσκω τους αδελφούς μου κατά δύναμιν…»
Αλλά, ο Πατροκοσμάς, δεν υπήρξε μόνον απόστολος της Ορθοδόξου πίστεως, αλλά και της ελληνικής παιδείας. Την παιδεία συνδύαζε με τον φωτισμό του ανθρώπου και γι’ αυτό θεωρούσε αμάρτημα την αδιαφορία απέναντι της: «Αμαρτάνετε, έλεγε στους γονείς, πολύ, με το να τα αφήνετε (τα παιδιά σας) αγράμματα και τυφλά, και μη μόνον φροντίζετε να τους αφήσετε πλούτη και υποστατικά, και μετά τον θάνατο σας να τα τρων και να τα πίνουν και να σας όπισολογούν (κατηγορούν; δυσφημούν;). Καλύτερα να τα αφήσετε φτωχά και γραμματισμένα, παρά πλούσια και αγράμματα».
Η παιδεία όμως, που αυτός συνιστά, είναι η παιδεία του Γένους, η ελληνική. Δεν τον κινεί κάποιος εθνικιστικός σωβινισμός στο αίτημα αυτό, αλλά η ιστορία του Γένους. Μιλεί για την παιδεία των Πατέρων, η οποία ως γνήσια ζήτηση της αλήθειας (φιλοσοφία) ανοίγει τον δρόμο προς το Ευαγγέλιο, τον λόγο της σωτηρίας. «Ή Εκκλησία μας -λέγει-είναι εις την έλληνικήν. Και αν δεν σπουδάσης τα Ελληνικά, δεν ημπορείς να καταλάβεις εκείνα πού ομολογεί η Εκκλησία μας». Για να περιορίσει και να εξαφανίσει από τους Έλληνες τη χρήση του βλάχικου ή αρβανίτικου γλωσσικού ιδιώματος, θα φθάσει σε σημείο να δηλώσει: «Όποιος χριστιανός, άνδρας ή γυναίκα, υπόσχεται μέσα είς το σπίτι του να μη κουβεντιάζη Αρβανίτικα, ας σηκωθή επάνω να μου είπη και να πάρω όλα του τα αμαρτήματα εις τον λαιμόν μου από τον καιρόν όπου εγεννήθηκε, έως τώρα, και να βάλω όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρέσουν…».
Η παιδεία που διέδιδε ο Πατροκοσμάς «απέβλεπε στην αναγέννηση του Έθνους. Όπως έγραφε στους Παργίους, το ελληνικό σχολείο που θα ίδρυαν, έπρεπε να συντελέσει «εις την διαφύλαξιν της πίστεως και την ελευθερίαν της πατρίδος». Ήταν μια παιδεία που ανταποκρινόταν στις άμεσες ανάγκες του δούλου Γένους και διαφοροποιούνταν ριζικά από εκείνη των δυτικόπληκτων και τα «άθεα γράμματα» μερικών Διαφωτιστών. Το αυθεντικό πατερικό φρόνημα του αποτυπώνουν τα λόγια του: «Αι πολλαί Εκκλησίαι ούτε διατηρούν, ούτε ενισχύουν την πίστιν μας, όσον και όπως πρέπει, εάν οι εις Θεόν πιστεύοντες δεν είναι φωτισμένοι υπό των παλαιών και νέων Γραφών. Η πίστις μας δεν εστερεώθη από αμαθείς Αγίους, αλλά από σοφούς και πεπαιδευμένους, οίτινες και τας αγίας Γραφάς ακριβώς μας εξήγησαν και δια θεοπνεύστων λόγων αρκούντως μας εφώτισαν…». Πάνω σε παρόμοιες θέσεις του Πατροκοσμά, φαίνεται, στηρίχθηκε η άποψη ότι γκρέμισε στη Χειμάρρα εκκλησίες, για να γίνουν σχολεία. Δεν είναι όμως απίθανο, ερειπωμένες και εγκαταλελειμμένες εκκλησίες να όριζε να τις μετατρέψουν σε σχολεία.
Όμως, το σχολείο του Πατροκοσμά ήταν προέκταση της Εκκλησίας: «Από το σχολείο μανθάνομεν, το κατά δύναμιν, τί είναι Θεός, τί είναι ή Αγία Τριάς, τί είναι άγγελοι, τί είναι αρχάγγελοι, τί είναι δαίμονες, τί είναι παράδεισος, τί είναι κόλασις, τί είναι αμαρτία, τι είναι αρετή. Από το σχολείον μανθάνομεν τι είναι Αγία Κοινωνία, τι είναι Βάπτισμα, τι είναι το άγιον Εύχέλαιον, ο τίμιος γάμος, τι είναι ψυχή, τι είναι κορμί, τα πάντα από το σχολείον τα μανθάνομεν». Έβλεπε, συνεπώς, το σχολείο ως ναό της αληθινής γνώσης και θεοκεντρικής παιδείας.
Ο διαφωτισμός του Πατροκοσμά ήταν ορθοδοξοκεντρικός. Το παιδευτικό του πρότυπο ήταν ο Θεάνθρωπος, όχι ο κατά κόσμον σοφός, αλλ’ ο θεούμενος. Η ταύτισή του με τους συγχρόνους του Κολυβάδες, ήταν πλήρης. Ως φωτιστής του Γένους δεν μπορεί να τοποθετηθεί δίπλα στους δυτικόφρονες, αλλά δίπλα στον Ευγένιο Βούλγαρι και τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη. Ο ζήλος του για την παιδεία των ομοεθνών του φαίνεται από τα ίδια τα έργα του. Στον αδελφό του Χρύσανθο έγραφε (1779) ότι ίδρυσε 10 ελληνικά σχολεία και 200 για τα κοινά γράμματα (δημοτικά), στις 30 επαρχίες που είχε επισκεφθεί», σημειώνει ο πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός.
Η παιδεία που κυριαρχούσε την εποχή εκείνη στην Ευρώπη από την Αναγέννηση και κυρίως στον αιώνα του λεγόμενου διαφωτισμού, ήταν αθεϊστκή, ανθρωποκεντρική, με μια λέξη υλιστική ξένη προς την παράδοση της καθ’ ημάς Ανατολής. Είναι η παιδεία στην υπηρεσία της παραγωγής, της ανάπτυξης και της εκμετάλλευσης. Είναι η ίδια που εισβάλει διά των Γραικύλων στο νεοσύστατον ελληνικόν κράτος, η οποία, αναπροσαρμοζόμενη κατά τις περιστάσεις, εξελίσσεται με τις διάφορες «μεταρρυθμίσεις» στο σημερινό κατάντημα χωρίς Θεόν.
Αντίθετα η παιδεία που επαγγελλότανε ο Άγιος Κοσμάς ήταν βασισμένη στον ελληνικο-χριστιανικό προσανατολισμό κατά τη σαφέστατη επιταγή της ασκητικο-κοινοβιακής ελληνοχριστιανκής παραδόσεως. Γιατί ο χαρακτήρας, όχι μόνο της Ορθοδοξίας, αλλά και της Ρωμιωσύνης είναι ασκητικο-κοινοβιακός.
Από αυτό το ασκητικό και κοινοβιακό πνεύμα εμφορούνται, κατά κύριον λόγον, και οι διδαχές του Αγίου Κοσμά που αναφέρονται στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην ισότητα των δύο φύλων, στην απλότητα του βίου και στην κατάργηση της πολυτέλειας, στην ολιγάρκεια και στην ίδρυση κοινωφελών έργων. Με τον αγιοπνευματικό λόγο του πολέμησε την αδικία, τον υπέρμετρο πλουτισμό και κήρυττε ως υπέρτατο αγαθό την αγάπη, η οποία τότε είχε μηδενιστεί με το απάνθρωπο φαινόμενο της ληστείας και κάθε λογής πλιάτσικο. Επίσης, μίλησε για την αξία της εργασίας, την τήρηση της αργίας της Κυριακής, την ιερότητα του γάμου, τη σπουδαιότητα του συζυγικού βίου και της εγκράτειας.
Γενικά, το κήρυγμά του ήταν ένα κήρυγμα αγάπης, ανθρωπιάς, δικαιοσύνης και ομόνοιας. Ένα κήρυγμα κοινωνικής ενότητος, που στηριζόταν στον αλληλοσεβασμό «αρχόντων και αρχομένων». Βάση της κοινωνικής διδασκαλίας του Πατροκοσμά είναι η αγάπη προς τον συνάνθρωπο, η οποία τότε είναι ολοκληρωμένη και γνήσια, όταν προϋποθέτει την κατακόρυφη διάστασή της, δηλαδή την αγάπη προς τον Θεό. Ιδιαίτερα ο Άγιος Κοσμάς τονίζει την αγάπη προς τους εχθρούς, η οποία αποτελεί δείγμα πνευματκής ανωτερότητος, ψυχικού ηρωισμού και ανοίγει τον δρόμο προς την αγιότητα. Διά τουτο, λέει και προτρέπει: «και ημείς οι ευσεβείς χριστιανοί να αγαπώμεν τον εχθρόν μας, να τον συγχωρώμεν, να τον θρέφωμεν, να τον ποτίζωμεν, να λέγομεν καλό διά λόγου του, να παρακκαλώμεν τον Θεόν διά την ψυχήν του εχθρού μας…»
Βασικό κεφάλαιο στις διδαχές του Αγίου μας είναι το περί εργασία κήρυγμα. Ήταν υπέρ της προσωπικής και υπεύθυνης εργασίας του ανθρώπου, ο οποίος δεν ωθείται σε όρια αντικοινωνικά. Θεωρεί ότι είναι ο μόνος δίκαιος και αναγνωρισμένος τρόπος αποκτήσεως των αναγκαίων για τη ζωή. «Δια τούτο αδελφοί μου, έλεγε, να χαίρεσθε και να ευφραίνεσθε χιλιάδες φορές· έτσι να ζήτε, να βγάνετε το ψωμί σας με τον κόπον σας, με τον ιδρώτα σας, διατί εκείνο το ψωμί είναι ευλογημένον και, αν θέλεις, δώσε κι ένα κομμάτι από εκείνο το ψωμί του πτωχού, γιατί με εκείνο αγοράζεις τον παράδεισον».
Ο Άγιος Κοσμάς υπήρξε πρωτοπόρος και στο θέμα της ισότητος των δύο φύλων. Μέσα στο σκοτάδι της Τουρκοκρατίας με απλότητα και ρωμαλεότητα ύψωσε τη φωνή του για να υπερασπισθεί τα δικαιώματα της γυναίκας. Καυτηρίασε ως απαράδεκτη την αντίληψη ότι η γυναίκα είναι άνθρωπος δευτέρας κατηγορίας και ότι αποτελεί κτήμα του άνδρα, που μπορεί να χρησιμοποιείται αυθαίρετα απ’ αυτόν. Μιλώντας για το θέμα αυτό, έλεγε: «Πρέπει κι εσύ, ώ άνδρα αδελφέ μου, να μην μεταχειρίζεσαι την γυναίκα σου ως σκλάβα, διατί πλάσμα του Θεού είναι κι εκείνη καθώς κι εσύ…Δεν την έχει ο Θεός την γυναίκα κατωτέραν από εσένα, διά τούτο την έκαμε από την μέση του ανδρός, διά να είναι ο άνδρας ωσάν βασιλεύς και η γυναίκα ωσά βεζύρης, ήτοι ο άνδρας ωσάν η κεφαλή και η γυναίκα ωσάν το σώμα. Δια τούτο δεν την έκαμε την γυναίκα από το κεφάλι δια να μην καταφρονά τον άνδρα, ομοίως πάλι δεν την έκαμε από τα ποδάρια δια να μην καταφρονά ο άνδρας την γυναίκα», την έκαμε από το πλευρό του ανδρός για να είναι πλάι του, ισότιμη.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διδαχές του Αγίου Κοσμά σε θέματα γάμου, διαζυγίου και ανατροφής των παιδιών, για τα οποία αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος της διδασκαλίας του. Εντάσσει τον γάμο στο δημιουργικό σχέδιο του Θεού και τον αναγνωρίζει ως «μυστήριον μέγα». Συχνά επαναλαμβάνει τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου εκλαϊκευμένη, περί ενώσεως ανδρός και γυναικός και θεωρεί ως φυσική συνέπεια της κοινωνίας αγάπης των προσώπων την τεκνογονία. Στα ηθικά παραπτώματα των συζύγων, ακόμη και σε περίπτωση μοιχείας ο Άγιος δεν θεωρεί το διαζύγιον ως λύση, αλλά τη συγχώρεση. «Και, αν τύχη και ξεπέσει η γυναίκα με άλλον άνδρα ή ο άνδρας με άλλην γυναίκα, έχουν χρέος να πηγαίνουν εις τον αρχιερέαν να τους ζωρίζει. Μα πάλιν εκείνος οπού αδικηθεί από την γυναίκα του, αν δεν την χωρήσει έχει μισθόν εις την ψυχήν του».
Όταν ο Άγιος μιλάει στους γονείς για τα παιδιά, οι ιδέες του παίρνουν ένα ζωηρό διάχυτο ανθρωπιστικό χαρακτήρα. «Να μορφώνετε, λέει, τα παιδιά σς από μικρά διά να συνηθίζουν εις τον καλόν δρόμον». Απευθύνεται όμως ιδιαίτερα προς την μάνα. Την παρομοιάζει με μηλιά, που πρέπει να κάνει μήλα γλυκά και όχι ξινά. Υπογραμμίζει τον ρόλο και την αποστολή της φέρνοντάς της παραδείγματα από την Αγία Γραφή και της λέει πως μαζί με τον άνδρα δεν αποτελούν τα κλωνάρια αλλά τη ρίζα των παιδιών τους. Οι γονείς, λέει, «ωσάν το δέντρον είναι. Και όταν ποτίζεται ο πατέρας και η μητέρα, που είναι η ρίζα των παιδιών, με προσευχές, με νηστείες, ελεημοσύνες, με καλά έργα, φυλάγει ο Θεός τα παιδιά σας…Είναι μια μηλιά που κάνει ξινά μήλα. Εμείς τώρα τι πρέπει, να κατηγορούμε τα μήλα ή τη μηλιά; Τη μηλιά. Λοιπόν, κάμετε καλά εσείς οι γονείς, όπου ήστενε η μηλιά, να γίνονται και τα παιδιά ως γλυκά μήλα».
Αγαπητοί μου! Κάπου εδώ θα σταματήσομε, με αυτά τα λίγα ψήγματα από το ανεξάντλητο χρυσορυχείο του Μεγάλου Διδάχου του Γένους μας Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, τιμώντας την αγία μνήμη του. Και θέλω να συγχαρώ και να επαινέσω για μια ακόμη φορά τον προϊστάμενο, τους ιερείς και τους συνεργάτες τους, γυναίκες και άνδρες για το πολυσχιδές και καρποφόρον έργον της Ενορίας της Ευαγγελιστρίας της πόλεώς μας. Επίσης, και για έναν άλλο επιπρόσθετο λόγο· ότι προτίμησαν η ομιλία αυτή να γίνει εκτός ναού, στην ύπαιθρο. Ο Άγιος Κοσμάς μιλούσε στους ανθρώπους στην ύπαιθρο, στους δρόμους, στις πλατείες και στα χωράφια. Και ο Χριστός τις βαθύτερες ομιλίες Του τις έκαμε σε υπαίθριους χώρους, στο βουνό των μακαρισμών, σ’ ένα πηγάδι με την αμαρτωλή Σαμαρείτισσα και στ’ ακρογιάλια της Γαλιλαίας. Αυτόν τον τρόπο διαδόσεως του θείου κηρύγματος θα πρέπει να τον προσέξομε ιδιαιτέρως εμείς οι εκκλησιαστικοί και να επαναπροσδιορίσομε όχι μόνο τους τρόπους, αλλά και τους τόπους της διακονίας μας. Να βγούμε από τη βόλεψή μας, μέσα από τους κλιματιζόμενους χώρους και τις ανέσεις μας. Η Εκκλησία πρέπει να εξέλθει εις την έρημον του σημερινού πολλαπλού καύσωνος και εκεί να φέρει τη δροσιά του ευαγγελίου, αναψύχουσα τις καρδιές των ανθρώπων, που ωδινώνται μέσα στην ερημιά ποικίλων αναζητήσεων και τυραννικών προβλημάτων. Εκεί θα ζητήσομε και θα βρούμε «το απολωλώς πρόβατον», στους γκρεμούς των εκτροπών, στα άντρα της ακολασίας και στα πεζοδρόμια της αρνήσεως. Εκεί, στους τόπους της ασωτείας, όπου φθείρεται και διαφθείρεται το ανθρώπινο πρόσωπο και πληγώνεται η εικόνα του Θεού.
Τέλος, ας οραματιστούμε τη στιγμή αυτή τον Άγιο Γέροντα πάνω σ’ ένα σκαμνάκι μ’ ένα σταυρό στο χέρι να μας μιλάει για μια χριστοκεντρική κοινωνία, για μια αταξική αδελφοποιία, μέσα στην ελευθερία και τη δικαιοσύνη: «Να ζήσουν (οι άνθρωποι) -έλεγε-και εδώ καλά, ειρηνικά και αγαπημένα, και μετά να πηγαίνουν εις τον παράδεισον να χαίρωνται πάντοτε». Έξω από κάθε ουτοπία, κινούνταν στον πνευματοκρατικό ρεαλισμό της Ορθοδοξίας, στα όρια του -υπαρκτού Χριστιανισμού», όπως σώζεται στη μοναστική αδελφότητα και στην Ενορία. Αδιανόητη ήταν γι’ αυτόν μια Ελλάδα χωρίς Χριστό, χωρίς Ορθοδοξία. Η φιλοπατρία του διεπόταν από τη διπολικότητα πρόσκαιρου – αιωνίου, με έμφαση βέβαια στο δεύτερο:
α) «Ή πατρίδα μου η ψεύτικη, η γήινη και ματαία, είναι από του Αγίου Άρτης και από την έπαρχίαν Άπόκουρον». Αλλά συμπλήρωνε:
β) «Ημείς, Χριστιανοί μου, δεν έχομεν εδώ πατρίδα (Εβρ. ιγ’ 14). Δια τούτο και ό Θεός μας έβαλε τον νουν εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμασθε πάντοτε την ούράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας».
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να ιδωθεί και η εθνική του προσδοκία, η οποία δεν πρέπει να χωριστεί από τη ρωμαίικη οικουμενικότητα, όπως και στους Κολυβάδες. Μιλούσε για το ρωμαίικο («αυτό μια μέρα θα γίνη ρωμαίικο»). Η ανάσταση του Γένους προσανατολιζόταν στην Πόλη και την Ελληνορθόδοξη αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Αυτή την αποκατάσταση του Γένους υπαινίσσονταν και οι σπουδαίες προφητείες του. Με υπονοούμενα και συμβολικές φράσεις, εξάλλου, προσπαθούσε να εμπνεύσει στις ψυχές των υποδούλων τον πόθο της παλιγγενεσίας και να συντηρήσει την ελπίδα για την έλευση του «ποθούμενου». Και ως μόνο μέσο γι’ αυτή την ενδυνάμωση της συλλογικής συνείδησης θεωρούσε την εμμονή στην πίστη:
«Το κορμί σας ας το καύσουν, ας το τηγανίσουν· τα πράγματα σας ας τα πάρουν, μη σας μέλλει. Δώσατε τα. Δεν είναι δικά σας. Ψυχή και Χριστός σας χρειάζονται. Αυτά τα δύο όλος ο κόσμος να πέση δεν ημπορεί να σας τα πάρη, εκτός και τα δώσετε με το θέλημα σας. Αυτά τα δύο να τα φυλάττετε, να μη τα χάσετε».
Αδελφοί μου! αυτή την προσταγή του Αγίου Γέροντα, ας την προσέξομε ιδιαιτέρως. Να την διαφυλάξομε ως κόρην οφθαλμού, μέσα στους σύγχρονους αλλοπρόσαλλους, αντιφατικούς, και αντιχριστιανικούς καιρούς που ζούμε. Είναι ο καλύτερος τρόπος να γιορτάζομε κάθε χρόνο τη μνήμη του. Αμήν!



