Σχόλια στο Ευαγγέλιο της Κυριακής
01,Νοε
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ (ΙΣΤ΄, 19-31)
Είναι πολύ συνηθισμένη σε διάφορες συζητήσεις η ερώτηση: «ποιος ξέρει τί γίνεται στον Κάτω κόσμο»; Πολλοί αμφιβάλλουν αν υπάρχουν η Κόλαση κι ο Παράδεισος, ενώ άλλοι πιστεύουν απόλυτα αυτό που λέει το τραγούδι: «εδώ είναι ο Παράδεισος κι η Κόλαση είν’ εδώ»! Άραγε, έχουν δίκιο; Δεν ξέρουμε, δηλαδή, «πώς περνούν εκεί»; Η ευαγγελική περικοπή αυτής της Κυριακής έρχεται να δώσει τις πιο έγκυρες απαντήσεις.
Ο πλούσιος και ο Λάζαρος
Ήδη, λίγο πριν από την παραβολή, ο Κύριος είχε μιλήσει για τον «άδικο διαχειριστή», θέλοντας να δείξει την αξία της σωστής χρήσης των αγαθών που μας δίνει ο Θεός . Για να προσθέσει ότι δεν μπορεί κανείς να δουλεύει σε δύο «αφεντικά»- στο Θεό και στο χρήμα-γιατί, στο ένα θα προσκολληθεί και το άλλο θα περιφρονήσει. Όμως, έχει μπροστά Του τους Φαρισαίους, που ήταν υποκριτές και φιλάργυροι και τον χλεύαζαν, και τους λέει ότι δεν ωφελεί η υποκρισία τους, αφού ο Θεός γνωρίζει τί κρύβει καθένας στην καρδιά του. Έχομε, λοιπόν, δύο ανθρώπους: τον πλούσιο και το φτωχό Λάζαρο, που, φαίνεται να αποτελεί το κέντρο του ενδιαφέροντος του Κυρίου, καθώς, αν και άσημος, έχει όνομα, ενώ ο άλλος, αφήνεται ανώνυμος, γιατί, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, όποιος επιδίδεται σε αρπαγές και πλουτισμό, δεν είναι άνθρωπος, αλλά λύκος! Συνυπήρχαν σε τούτη τη ζωή και οι δύο, αλλά, ενώ ο πλούσιος απολάμβανε τα πάντα, ζώντας μέσα στην πολυτέλεια, τη χλιδή, σ’ ατέλειωτες διασκεδάσεις, δίπλα στην πόρτα του, γεμάτος πληγές, που τις έγλυφαν τα σκυλιά, ζούσε ο φτωχός Λάζαρος, που προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Πεθαίνοντας, οι δρόμοι τους χώρισαν παντοτινά. Και, τον μεν Λάζαρο, άγγελοι οδήγησαν στους κόλπους του Αβραάμ, ο δε πλούσιος πήγε στον Άδη, όπου βασανιζόταν σκληρά. Στη συνέχεια, ένας συγκλονιστικός διάλογος εξελίσσεται ανάμεσα σ’ αυτόν το δυστυχισμένο, που εκλιπαρεί λίγη ανακούφιση, και στον Αβραάμ-σύμβολο της αιώνιας ευτυχίας. Η ουσία είναι ότι, ο πλούσιος, με τον τρόπο που ζούσε στη γη, οδηγήθηκε μόνος του στην αιώνια τιμωρία, ενώ, αντίθετα, ο Λάζαρος, στη μακαριότητα του Θεού. Τώρα, μεγάλο, αγεφύρωτο χάσμα τους χωρίζει. Μέσα στην αγωνία του, ο πλούσιος θυμάται τα αδέλφια του, που είναι στη γη, ζώντας όπως αυτός. Νομίζει πως, αν πάει κάποιος και τους μιλήσει, θα μετανοήσουν. Όμως, ο Αβραάμ απαντάει ότι έχουν το Νόμο και τους Προφήτες κι αν δεν τους ακούνε, δεν πρόκειται να πιστέψουν, ούτε κι αν κάποιος νεκρός αναστηθεί!Πλούτος και φτώχεια
«Του πλούτου η αχορταγιά, της δόξας η πείνα», από παλιά σκλαβώνουν τους ανθρώπους, στερώντας τους την κοινωνική δικαιοσύνη, την ειρήνη, την αληθινή πρόοδο, την εκπλήρωση του προορισμού τους. Σα φωλιάσουν στην καρδιά, τους παρασέρνουν σε απερίγραπτες αθλιότητες, αδικίες, εγκλήματα, εξευτελισμούς. Όμως, «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον. Ου παραμένει ο πλούτος, ου συνοδεύει η δόξα». Ποιος είπε πως η ζωή τελειώνει στον τάφο; Η πίστη στην αιωνιότητα είναι πανάρχαια. Την έχουν ακόμα και οι πρωτόγονοι και οι ειδωλολάτρες, καθώς μαρτυρούν τα ευρήματα στους τάφους τους-παράδειγμα λαμπρό οι τάφοι της Βεργίνας. Αυτή, λοιπόν την πραγματικότητα, της μετά θάνατο ζωής, μας παρουσίασε τόσο παραστατικά ο Κύριος, διδάσκοντας αλήθειες, που γνωρίζουν οι χριστιανοί κι επιβεβαιώνονται στη ζωή της Εκκλησίας και στις εμπειρίες των Αγίων. Μετά το θάνατο, που η Εκκλησία μας τον χαρακτηρίζει ως «κοίμηση», έρχεται η αληθινή ζωή. Τότε, οι ψυχές βλέπουν ολοκάθαρη την Πραγματικότητα, αφού, όχι μόνο δε χάνονται, όπως λανθασμένα υποστηρίζουν διάφοροι άπιστοι και αιρετικοί, αλλά, θυμούνται, επικοινωνούν, χαίρονται, λυπούνται. Αν εντρυφήσομε περισσότερο, θα δούμε ότι τίποτα στη ζωή δεν είναι τυχαίο, καθώς, όχι μόνο το ορατό Σύμπαν, αλλά και ο πνευματικός κόσμος λειτουργεί με τους νόμους που έθεσε ο Θεός. Εδώ, λοιπόν, έχομε δύο παραδείγματα ανθρώπων, το ένα προς μίμηση και το άλλο προς αποφυγή. Αν επιθυμούμε την Κόλαση, ας μιμηθούμε την «ιώβεια» υπομονή του Λαζάρου. Την ανθεκτικότητά του στον πόνο, στην αρρώστια, στην τραγική μοναξιά του. Διαμάντι αληθινό, αξιώθηκε την αιώνια ζωή. Κι αν φοβόμαστε την Κόλαση, ας αποφύγομε τη λατρεία του «μαμμωνά», που χαρακτήριζε τον πλούσιο. Κι ακόμα: τη φιλαυτία, τη σκληρότητα, την απανθρωπιά του. Ωστόσο, δεν πρέπει να οδηγηθούμε σε λανθασμένα συμπεράσματα για τον πλούτο και τη φτώχεια. Γιατί, ούτε αυτός από μόνος του φέρνει την καταστροφή, ούτε η δεύτερη, τη σωτηρία. Ξέρομε πόσο ο Κύριος κατέκρινε την κατάχρηση των υλικών αγαθών και τους πλούσιους, που πολύ δύσκολα μπαίνουν στη Βασιλεία του Θεού. Ούτε, όμως, η φτώχεια μπορεί να θεωρηθεί ως ιδανική κατάσταση, αφού φέρνει: την πείνα, την ανεργία, την απογοήτευση,το θάνατο. Αυτές τις απάνθρωπες καταστάσεις, που σήμερα βλέπομε να πολλαπλασιάζονται, με την παράνομη συσσώρευση του παγκόσμιου πλούτου στα χέρια της μειοψηφίας των παραφρόνων που κυβερνούν, καταστρέφουν περιουσίες και οδηγούν αθώους στο θάνατο, σίγουρα δεν τις ευλογεί ο Θεός.Στις «αιώνιες σκηνές»
Όταν ολόκληρες κοινωνίες φτάνουν στα όρια των αντοχών τους και στην εξαθλίωση, κυρίως εξαιτίας της πλεονεξίας, που, στην Αγία Γραφή εξισώνεται με την ειδωλολατρία, το κήρυγμα του Χριστού πρέπει να φωτίσει τη σκέψη, τη ζωή, τις επιλογές μας. Μην αμφιβάλλουμε καθόλου, για το ότι, η Κόλαση κι ο Παράδεισος υπάρχουν κι αρχίζουν από τούτη τη ζωή. Κι αν η πρώτη σημαίνει «το μαρτύριο του να μην αγαπάει κανείς», το αντίθετο είναι ο Παράδεισος: η κοινωνία με το Θεό, που είναι η Αγάπη. Αυτή, όπως περιγράφεται και στη γνωστή παραβολή της Κρίσεως, προβάλλει ως μέγιστο κριτήριο για την αιώνια ζωή. Ο Κύριος μιλούσε για «αιώνιες σκηνές» και «τόπους διαμονής» στον Ουρανό. Με τη Θεία Λειτουργία, τα μνημόσυνα, την προσευχή της, η Εκκλησία ανοίγει τις πύλες της Βασιλείας του Θεού. Ας εργαζόμαστε, λοιπόν, σ’ αυτή την κατεύθυνση: για τις πνευματικές, αιώνιες απολαύσεις που γεύονται όσοι ακούνε κι αγωνίζονται να τηρούν το λόγο Του, που, όπως είπε ο Ίδιος, θα μας κρίνει «εν τη εσχάτη ημέρα». Για να βρεθούμε, τότε, με τη χάρη Του, στις «σκηνές των δικαίων».«Εις ανάστασιν ζωής» κι όχι, με τους διεφθαρμένους κι αμετανόητους, «εις ανάστασιν κρίσεως».Ν.Σ.





