Περιδιάβαση στη Γιορτή της Αναλήψεως του Κυρίου
Πέρασαν κιόλας σαράντα μέρες από το Πάσχα, κατά τις οποίες «ακολουθούσαμε» τον Αναστημένο Κύριο, καθώς εμφανιζόταν στους μαθητές, από τα Ιεροσόλυμα μέχρι τη Γαλιλαία. Κι έρχεται η Ανάληψη, σαν επιστέγασμα της επίγειας παρουσίας Του, να κοσμήσει εξαιρετικά τη Λατρεία και την εκκλησιαστική ζωή. Μάς δίνεται λοιπόν η ευκαιρία να επιχειρήσουμε μια μικρή περιδιάβαση στα δρώμενα αυτής της σπουδαίας Εορτής, που είναι άρρηκτα δεμένη με την ευσέβεια, τα ήθη και τα έθιμα του λαού μας.
Κατ’ αρχήν, ας θυμηθούμε τα εκπληκτικά γεγονότα. Βρισκόμαστε στο ευλογημένο Όρος των Ελαιών. Με βάση τις διηγήσεις των ευαγγελιστών και τον ορθόδοξο εικονισμό της Αναλήψεως, ο Κύριος, ενώ μιλάει και ευλογεί τους μαθητές, απομακρύνεται σιγά σιγά και «χάνεται» στον Ουρανό. Στο κέντρο της εικόνας βρίσκεται η Θεοτόκος, σε ξεχωριστή θέση, περιστοιχισμένη από τους μαθητές, που τους παρηγορούν οι λευκοφορεμένοι άγγελοι και τους πληροφορούν ότι ο Ιησούς θα ξαναγυρίσει, όπως ανελήφθη στους ουρανούς. Εδώ βέβαια έχομε συμβολικά ολόκληρη την Εκκλησία, στην οποία επρόκειτο να κατέλθει το Άγιο Πνεύμα την ημέρα της Πεντηκοστής. Οι Απόστολοι παρακολουθούσαν όλα τούτα εκστασιασμένοι, νιώθοντας το απερίγραπτο κενό που άφηνε η αναχώρηση του Διδασκάλου τους. Χαρά και λύπη ανάμικτες πλημμύριζαν τις καρδιές τους. Έτσι επέστρεψαν στην Αγία Πόλη και ήταν καθημερινά στο Ναό, υμνώντας και δοξολογώντας το Θεό! Η χαρά τους πήγαζε από τη βεβαιότητα της συνεχούς παρουσίας του Χριστού, από την υπόσχεση αποστολής του Αγίου Πνεύματος, αλλά κι από τη συναίσθηση της σπουδαίας αποστολής τους, αφού θα συνέχιζαν το έργο της σωτηρίας του κόσμου.
Η Ανάληψη του Χριστού, το «κόσμημα των Δεσποτικών εορτών», αγαπήθηκε πάρα πολύ από το λαό μας, όπως φαίνεται κι από τα όμορφα πανηγύρια, με τις πλούσιες εκδηλώσεις, τα αναρίθμητα εποχιακά, ναυτικά, κτηνοτροφικά και άλλα έθιμα, τις παροιμίες, τις παραδόσεις. Η ημέρα της Αναλήψεως θεωρείται μεταβατική προς το Θέρος, κι αυτό φαίνεται κι από τα «πρώτα μπάνια» σε πολλές περιοχές της χώρας, μα κι από διάφορες ενέργειες των αγροτικών και κτηνοτροφικών πληθυσμών. Βέβαια οι λαογράφοι αναφέρουν μια σειρά από δοξασίες και πρακτικές, που, από τη μια μεριά, συνδέονται με τα θρησκευτικά γεγονότα, κι από την άλλη, θυμίζουν «μαγεία», φόβους για αρρώστιες, βασκανία-με ανάλογες ευχές, λόγια και πράξεις αποτροπής του «κακού». Έτσι:
Δάφνες και λουλούδια που έμειναν από το Πάσχα στα σπίτια, πρέπει να καούν. Κι αν καιροφυλακτήσει τα μεσάνυχτα ο πιστός, θα δει τους ουρανούς που «ανοίγουν», για να περάσει ο Χριστός! Είναι, ακόμη, η ημέρα που οι ψυχές των νεκρών, από την ημέρα της Ανάστασης ήταν ελεύθερες να «κυκλοφορούν» στη γη, με την Ανάληψη του Κυρίου πρέπει να γυρίσουν στον τόπο τους! Είναι «πικραμένες» γι’ αυτό, αλλά οι δικοί τους τις βοηθούν να βρουν ήσυχα και με ευχαρίστηση «το δρόμο τους», πηγαίνοντας στα νεκροταφεία και ανάβοντας κεριά στους τάφους. Στα χωριά συγκεντρώνονταν οι γείτονες στα σπίτια των ανθρώπων που είχαν νεκρούς και κάθονταν σιωπηλοί, άναβαν κεριά στα παράθυρα, έφτιαχναν κόλλυβα και πίτες, μοίραζαν φαγώσιμα κι έκαναν φιλανθρωπίες, για τη συγχώρηση και ανάπαυση των νεκρών τους.
Ιδιαίτερα στις παραλιακές περιοχές δημιουργήθηκαν διάφορες δοξασίες για τα θαυμαστά της νύχτας, σχετικές με τη θάλασσα, η οποία βέβαια προσφέρεται για τα γενικά μπάνια, ως ιδιαίτερα ευλογημένη από τη Γιορτή. Στο Αϊβαλί (Κυδωνίες) της Μικράς Ασίας «άντρες και γυναίκες μπαίναν ως τα γόνατα στη θάλασσα, παίρναν από 40 κύματα νερό σε ένα μπουκάλι. Σταυροκοπιόνταν και αγναντεύοντας τον ανοιχτό ορίζοντα κατευόδωναν τον Χριστό. Είναι δηλαδή η θάλασσα καθαρτική και ανανεωτική, ιδιαίτερα την ημέρα της Αναλήψεως, όταν με την παρουσία του Χριστού στους αιθέρες, ουρανός και θάλασσα έχουν αγιασθεί» (Δ. Λουκάτος, «Πασχαλινά και της Άνοιξης», σελ.155-156).
Καθώς ο νους περιδιαβάζει σ’ όλα τούτα τα παράξενα και η μνήμη «ξεχνιέται» στους λαμπρούς εορτασμούς αλλοτινών εποχών, μια μελαγχολία σκιάζει την καρδιά. Μέσα από τα σταχτιά σύννεφα που συχνά κρύβουν τον ήλιο αναζητούμε εναγωνίως μια σχισμή ουρανίου φωτός. Κι ενώ τριγύρω μας απλώνεται μια κοσμοβοή, που απειλεί να «ναρκώσει» τις πνευματικές μας αισθήσεις, έρχεται ο Χριστός να μάς δώσει κουράγιο, δύναμη και παρηγοριά, αφού ξέρομε ότι ποτέ δεν έφυγε από κοντά μας. Ιδού τί έγραφε ο μακαριστός αγιορείτης π. Β. Γοντικάκης: «Τώρα καταλαβαίνομε ότι έπρεπε να έλθη ο Κύριος, να σαρκωθή. Και ήταν η επίσκεψή Του αυτή θεοφάνια. Έπρεπε να φύγει, για να τον γνωρίσομε. Αν δεν έφευγε, δε θα ερχόταν το Πανάγιον Πνεύμα. Όταν ήλθε, μάς χαροποίησε, μάς φώτισε. Όταν έφυγε, καταλάβαμε ότι τότε ήλθε, απεκαλύφθη. Μένει μαζί μας. Μάς βρίσκει. Μάς παίρνει μαζί Του…«Μεθ’ ημών αψευδώς γαρ επειγγείλω έσεσθαι μέχρι τερμάτων αιώνος, Χριστέ» («Σύναξη», τ. 9 σελ. 24). Αμήν!
Νίκος Σιγανός




