Σχόλια στο Ευαγγέλιο της Κυριακής
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ι΄ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ(Ιγ΄,10-17)
Στη διήγηση του ευαγγελίου αυτής της Κυριακής, η φιλανθρωπία του Θεού συναντά τον ανθρώπινο πόνο και τον θεραπεύει. Όμως, η ανθρώπινη σκληροκαρδία προσπαθεί να θολώσει τον ουρανό της αγάπης που διαχέεται παντού, καθώς ο Νόμος έχει τόσο πολύ μεγεθυνθεί στα μάτια των ερμηνευτών του, ώστε να εκτοπίζει τη θέα του θείου ελέους. Άραγε, μπορεί να υπερισχύσει της δόξας του Θεού; Το καίριο ερώτημα ελπίζομε να απαντηθεί με την καλοπροαίρετη προσέγγιση των γεγονότων της περικοπής.
Η «συγκύπτουσα» γυναίκα
Φανταζόμαστε τον αγαπημένο μας Κύριο, με την ανεπανάληπτη πραότητά Του, να διδάσκει απλά και μειλίχια σε κάποια συναγωγή. Ξέρομε ότι το συνήθιζε, συμμετέχοντας στα ήθη και τις λατρευτικές εκδηλώσεις των συμπατριωτών Του, ως άνθρωπος, αλλά, και πραγματοποιώντας την κοσμοσωτήρια αποστολή Του. Ω, πόσο θα ωφελούμασταν κι εμείς, αν προσπαθούσαμε να τον μιμούμαστε στις επιλογές μας! Αν είχαμε λίγη από την αγάπη και την αφιέρωσή Του στα υπερουράνια, που προεκτείνονται και ριζώνουν στη γη, σα δέντρα υπεραιωνόβια, που ρίχνουν τη σκιά τους και δροσίζουν τις κατάξερες εκτάσεις της γης. Εκεί, στον «οίκο του Θεού», τα πιο εκπληκτικά μυστήρια τελεσιουργούνται. Έχομε δει πολλές περιπτώσεις τυφλών, αρρώστων, πονεμένων να συνωστίζονται να πλησιάσουν, να ακούσουν τον Ιησού, ή, και μόνο να αγγίξουν τα ιμάτια Του, ώστε να θεραπευτούν. Μα, αυτή τη φορά, δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Η «συγκύπτουσα» επί δεκαοχτώ χρόνια, που ταλαιπωριέται από πονηρό πνεύμα, φαίνεται πως σύχναζε εκεί, νιώθοντας τη βαθύτατη ανάγκη να επικοινωνήσει με το Θεό, συμμετέχοντας στην κοινή λατρεία, κι όχι μόνη της, στο σπίτι, όπως, δυστυχώς, συμβαίνει με πολλούς συνανθρώπους μας, που νομίζουν ότι δικαιούνται να πιστεύουν ό, τι και όπως θέλουν αυτοί, κόβοντας και ράβοντας «κατά το δοκούν» την πίστη και τη σχέση με το Θεό. Μόλις την αντίκρισε ο Κύριος, τη φωνάζει, την αγγίζει, κι αμέσως αυτή θεραπεύτηκε από την ασθένειά της, ώστε να σηκωθεί επί τόπου και να δοξάζει το Θεό! Πολλοί μπορεί να νομίσουν ότι εξαιτίας των αμαρτιών της ο διάβολος της δημιούργησε το πρόβλημα. Αυτό, όμως, δε συνάγεται από πουθενά. Αντιθέτως, αυτή η γυναίκα, ενώ υπέφερε επί δεκαοκτώ χρόνια, δε φαίνεται να γογγύζει, να λιποψυχεί. Κάνει αξιοθαύμαστη υπομονή. Είναι πιστή και ευσεβής, γι’ αυτό και πηγαίνει στη συναγωγή, για να προσευχηθεί και να ακούσει το λόγο Του, ώστε, και ο Κύριος να τη χαρακτηρίσει «θυγατέρα του Αβραάμ». Και, ενώ ο Χριστός είναι εκεί, δεν τρέχει να του ζητήσει να τη θεραπεύσει, όπως έκαναν τόσοι συνάνθρωποί της. Δεν είναι αξιοθαύμαστη η στάση της; Δε διδάσκει με το παράδειγμά της; Είναι άξιο προσοχής, ότι ο Ιησούς την προσκάλεσε και τη θεράπευσε μόλις την είδε. Δε μίλησε καθόλου για αμαρτίες, όπως έκανε σε άλλες περιπτώσεις.Στη «σκιά» του Νόμου, ή στη Χάρη του Χριστού;
Δυστυχώς, δε βλέπουν όλοι οι άνθρωποι τις επεμβάσεις του Θεού με αγαθή προαίρεση, ώστε να μιμηθούν τη γυναίκα αυτή και να ωφεληθούν. Κοιτάξτε τον αρχισυνάγωγο. Αντί να θαυμάσει όσα βλέπει, σκανδαλίστηκε, τάχατες, γιατί ο Χριστός θεράπευσε τη γυναίκα το Σάββατο, ημέρα αργίας για τους Εβραίους, που την τηρούν μέχρι σήμερα ανελλιπώς! Ω, αυτός ο φθόνος, η ζήλεια, η υποκρισία, πόσα όνειρα δε γκρεμίζουν! Πόσες καταστροφές δεν προκαλούν στον εσωτερικό κόσμο μας, αλλά, και στις καθημερινές μας σχέσεις! Εισχωρούν ως διαβολικά παράσιτα στα βάθη της ψυχής, τρέφονται και μεγαλώνουν με τη φιλαυτία μας, απομυζούν το αίμα της καρδιάς και καρποφορούν πικρό δηλητήριο στον έξω κόσμο. Τί κι αν εκκλησιαζόμαστε, κοινωνούμε με το Χριστό και τους Αγίους, αλλά ζηλοφθονούμε ό, τι καλό γίνεται τριγύρω μας, ακόμα και στο χώρο της Εκκλησίας; Ποιος μας είπε ότι θα μας ανέχεται για πολύ Εκείνος, που τόσο σκληρά ήλεγξε του Γραμματείς και τους Φαρισαίους για την υποκρισία τους; Ίσως να πρέπει να ακούσομε πιο προσεκτικά το λόγο Του, που, από την εποχή των Προφητών φωνάζει, «έλεον θέλω και ου θυσίαν», ενώ προσωπικά καυτηρίασε εκείνους που σκανδαλίζουν τους αδελφούς τους. Εδώ, λοιπόν, ο αρχισυνάγωγος ορθώνει την κριτική του και την τυπολατρία του μπροστά στην μεγαλειώδη έκφραση της αγάπης του Θεού. Δεν μπορεί να καταλάβει ότι «ο νόμος δια Μωυσέως εδόθη, η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού» (Ιωάν. Α΄,17).Ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, σχολιάζοντας αυτό το χωρίο, παρομοιάζει τον Κύριο με τον ήλιο, που, μόλις ανατείλει, όλες οι λάμπες μπαίνουν στα ντουλάπια! «Όταν εμφανίστηκε η Αλήθεια στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, το εβραϊκό φανάρι έγινε σκοτάδι και καθένας που είχε μάτια για να αισθανθεί την αλήθεια το έβαλε στο ντουλάπι. Εκείνοι όμως, που δεν είχαν μάτια ευαίσθητα για το φως της αλήθειας, συνέχισαν να περιφέρουν κι άλλο το φανάρι, κι έτσι άρχισαν να μοιάζουν με τους ανθρώπους που το μεσημέρι βαδίζουν στο δρόμο με κεριά»( «ΝΕΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ», σελ.84). Ο Κύριος, όχι μόνο ελέγχει ευθέως τον αχισυνάγωγο για την υποκρισία του, αλλά βρίσκει την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι η θεραπεία δεν είναι εργασία, που, πράγματι απαγόρευε ο Νόμος το Σάββατο, ημέρα λατρεία του Θεού. Με ωραιότατες εικόνες, παρμένες από την αγροτική ζωή, ο πάνσοφος Διδάσκαλος πείθει γιατί δεν άφησε αθεράπευτη τη γυναίκα, που, σαν τον Ιώβ, υπέφερε αγόγγυστα τόσα χρόνια, πειραζόμενη από το σατανά. Έτσι, όλοι οι «αντίπαλοι» του Χριστού ντροπιάζονταν για την απιστία και το θράσος τους, ενώ ο πολύς κόσμος χαιρότανε για τα θαυμαστά έργα και λόγια του Κυρίου. Οδεύοντας προς τα Χριστούγεννα, με τις γιορτές των Αγίων, τη νηστεία, τις λειτουργίες, την προσευχή, ας σκύψουμε χωρίς υπεροψία και προκαταλήψεις προς εκείνους που, τα βάρη μιας ζωής σκληρής και αβάστακτης τους «έχουν γονατίσει» σε ένα δρόμο, που μοιάζει να μην οδηγεί πουθενά. Η φιλόστοργη Εκκλησία μας, προβάλλοντας τη συγκύπτουσα, που ο Ιησούς ανόρθωσε, δείχνει και σε μας τον τρόπο με τον οποίο, ως πρόσωπα, αλλά και ως κοινωνία που υποφέρει από μια πολύχρονη δοκιμασία, θα μπορέσουμε να ανακάμψουμε και να ανορθωθούμε: Προσβλέποντας, φυσικά, σε Κείνον που συνέχει τα Σύμπαντα κι επιβλέπει τη, δοκιμαζόμενη από τις ανομίες και αμαρτίες μας, πανέμορφη γη.Ν.Σ.




