ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
26,Mar
«Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των ουρανών». Μ’ αυτή τη ρηξικέλευθη φράση, προειπωμένη από τον Πρόδρομο και Βαπτιστή, άρχισε το κήρυγμά Του ο Ιησούς, θεωρώντας τη Βασιλεία ως άμεση προτεραιότητα. Τα θαύματα θεωρούνται «σημεία» της, καθώς τελειώνει η κυριαρχία του Διαβόλου, της αμαρτίας, του θανάτου. Επίσης, ένα από τα βασικά αιτήματα της Κυριακής προσευχής είναι το «ελθέτω η Βασιλεία σου, ως εν ουρανώ και επί της γης». Τί είναι, λοιπόν, αυτή η πολυπόθητη κατάσταση; Πώς έρχεται στους ανθρώπους;
Πρώτα-πρώτα, ας θυμηθούμε τις όμορφες παραβολές, με τις οποίες ο Χριστός ήθελε να βοηθήσει τους ακροατές Του να κατανοήσουν τις αλήθειες που αποκάλυπτε στους ανθρώπους. Έτσι, η Βασιλεία παρομοιάζεται με άνθρωπο που έσπειρε καλό καρπό στο χωράφι του, με βασιλιά, που έκαμε το γάμο του γιού του, με κόκκο σιναπιού, με ζύμη, με κρυμμένο θησαυρό, με σαγήνη, με έμπορο μαργαριταριών κ. λ. π. Με τον τρόπο αυτό, το μυστήριο της αναζήτησης της αιώνιας ζωής αρχίζει να ξεδιαλύνει στα μάτια των καλόπιστων ακροατών του Λόγου του Θεού. Ο δρόμος προ το Θεό είναι ήδη παρών, αφού ο Ιησούς ομολογεί ότι Αυτός είναι « η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή». Ο Παράδεισος, στον οποίο οι πρωτόπλαστοι επικοινωνούσαν άμεσα με το Θεό, και που με την Πτώση τους είχε «χαθεί», με τον ερχομό του Λυτρωτή ξαναεμφανίζεται στο προσκήνιο. Είναι ανάμεσα στους ανθρώπους.
Το ζήτημα όμως είναι ότι, ενώ πολλοί απλοί άνθρωποι, παρακατιανοί, αμαρτωλοί, κλέφτες, πόρνες, ληστές, αισθάνονται αυτή την πραγματικότητα και, μετανοώντας, αρχίζουν να τη βιώνουν κοντά στο Χριστό, άλλοι, ανάμεσα στους οποίους και μαθητές Του, παρεξηγούν την παρουσία Του. Νομίζουν ότι θα εγκαθιδρύσει ένα εγκόσμιο καθεστώς και του ζητούν την πρωτοκαθεδρία σ’ αυτό! Γι’ αυτό κι Εκείνος θα διευκρινίσει ότι η Βασιλεία Του δεν είναι «εκ του κόσμου τούτου». Δεν έχει να κάμει με τις κοσμικές εξουσίες, που σε μεγάλο βαθμό στηρίζονται στη βία, στη δύναμη, στο χρήμα, στη διαφθορά. Δεν έρχεται «μετά παρατηρήσεως», με κοσμικούς και εντυπωσιακούς τρόπους. Η δόξα του Χριστού είναι ο Σταυρός, που ανοίγει τις πόρτες του Παραδείσου. Με την Ανάσταση εγκαινιάζεται η νέα ζωή που επαγγέλθηκε ο Κύριος και κανείς δε μπορούσε να τη φανταστεί: «Σήμερον πάσα κτίσις αγάλλεται και χαίρει, ότι Χριστός ανέστη και Άδης εσκυλεύθη».
Μετά την Πεντηκοστή, το Ευαγγέλιο της Βασιλείας, που κηρύσσουν οι Απόστολοι, φωτίζεται περισσότερο, με τη δύναμη του Πνεύματος, που ζωοποιεί και κατευθύνει την Εκκλησία. Τώρα οι ποιητικές εικόνες και οι παρομοιώσεις του Κυρίου δε θα φαντάζουν εξωπραγματικές. Οι πιστοί βιώνουν τα θαυμάσια του Θεού. Θυμούνται τα λόγια Του για τις θλίψεις, τις στενοχώριες, τους διωγμούς που θα συναντήσουν στην πορεία τους, και δεν απογοητεύονται. Νιώθουν ως «παρεπίδημοι», περαστικοί στον κόσμο. Τα υπομένουν όλα για το Χριστό, ξέροντας ότι με πολλές δυσκολίες θα εισέλθουν στη Βασιλεία του Θεού. Τώρα είναι ο «χρόνος της Εκκλησίας», που συνεχίζει το έργο του Χριστού. Αγκαλιάζει τον κόσμο, για να τον φέρει στο «Σπίτι» του Πατέρα, στη θαλπωρή του Παραδείσου. Και, ναι μεν η Βασιλεία του Θεού «βιάζεται και βιαστές την αρπάζουν», όπως είπε ο Χριστός. Όμως, οι πιστοί δεν πρέπει να παρασύρονται από «χιλιαστικές» δοξασίες, που ήταν έντονες στην πρωτοχριστιανική εποχή κι επανέρχονται κατά καιρούς στο προσκήνιο. Αγωνίζονται και προσεύχονται για τον ερχομό της Βασιλείας, αγρυπνούν και προσέχουν, γνωρίζοντας ότι ο Διάβολος παραμονεύει, επιχειρώντας να παραπλανήσει, «ει δυνατόν και τους εκλεκτούς».
Νίκος Σιγανός, θεολόγος




