ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ
14,Dec
Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, ο άνθρωπος, πλασμένος «κατ’ εικόνα και ομοίωση» του Θεού, διαθέτει το λογικό, γι’ αυτό και μόνο αυτός σ’ όλο τον ορατό κόσμο σκέφτεται και διαλέγεται με τους συνανθρώπους του, κοινωνώντας τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τον πόνο, τις χαρές του. Αναζητεί την αλήθεια των πραγμάτων, το νόημα της ζωής, της Δημιουργίας. Όμως, αυτά, όλο και ολισθαίνουν. Σκεπάζονται μ’ ένα πέπλο μυστηρίου. Τι συμβαίνει, λοιπόν, και ο αιώνιος αναζητητής μοιάζει να μην ικανοποιείται ποτέ; Οι άνθρωποι κατακτούν αλήθειες χρήσιμες, αλλά εφήμερες, με διάφορες δραστηριότητες: στη Φιλοσοφία, την Τέχνη, τους θεσμούς, τις Θρησκείες, τις Επιστήμες. Ωστόσο, βαθύτερο ζητούμενο είναι το ερώτημα του Πιλάτου προς τον Κύριο: «τί εστίν αλήθεια»; Άραγε, τί απαντάει ο Χριστιανισμός;
Η περιπέτεια αλήθειας και πλάνης είναι πολύ παλιά. Από τις πρώτες σελίδες της Αγίας Γραφής ξέρομε τον τραγικό διάλογο που έγινε ανάμεσα στο Διάβολο και την Εύα, που ήρθε, ως κεραυνός στην καλοκαιρία, να πλήξει την παραδεισένια κατάσταση των Πρωτοπλάστων. Εκεί που απολάμβαναν την τροφή και τη άμεση, προσωπική, ζωτική σχέση τους με το Θεό, ο αρχηγός του Ψεύδους, τους ζήλεψε. Πιάνοντας συζήτηση με την Εύα, κατορθώνει να την εξαπατήσει, συκοφαντώντας το Θεό, ώστε αυτή να παραβεί εύκολα την εντολή Του και, στη συνέχεια, να παρασύρει και τον Αδάμ στην αμαρτία. Η ίδια, βέβαια, διαδικασία επαναλαμβάνεται σε αμέτρητες περιπτώσεις: προβολή του δελεαστικού λογισμού, «συζήτηση» με τον Πονηρό, αποδοχή και διάπραξη της αμαρτίας. Η αλήθεια αμαυρώνεται με το ψέμα. Αλλά, ο άνθρωπος, όντας ελεύθερος, μπορεί να αντισταθεί, όπως ο Ιώβ, που δεν υπέκυψε. Υπέμεινε τους πειρασμούς και βγήκε νικητής. Δεν ύβρισε το Θεό. Δεν διέρρηξε, αλλά, αντιθέτως: ανανέωσε τη σχέση μαζί Του.
Στην Παλαιά Διαθήκη, η «αλήθεια» του Θεού σημαίνει την πιστότητα, τη συνέπειά Του, με την πραγματοποίηση των επαγγελιών Του. Επίσης, χαρακτηρίζει το Λόγο Του και τις εντολές Του. Ακόμα, αποκτά ένα αποκαλυπτικό νόημα, καθώς σχετίζεται με τη σωτηρία των ανθρώπων. Στην Καινή Διαθήκη προβάλλει η αλήθεια του Ευαγγελίου, που γίνεται αποδεκτή με την πίστη. Χρέος των χριστιανών είναι να τηρούν το θέλημα του Θεού και να απορρίπτουν τις πλάνες των αιρετικών, ενταγμένοι στην Εκκλησία, που είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας».
Ο Ιησούς αποκάλυψε τη θεϊκή Του υπόσταση με το λόγο και τα θαύματά Του. Ίσως ο ωραιότερος από τους διαλόγους Του διαδραματίστηκε δίπλα στο πηγάδι του Ιακώβ με τη Σαμαρείτισσα, που σταδιακά ανέβηκε στην κλίμακα των θείων αληθειών, για να φτάσει στην αποκάλυψη και γνώση του Σωτήρα. Εδώ παρατηρούμε την αντίθεση προς τη στάση της Εύας, που υπέκυψε στον πειρασμό της αυτοθεοποίησης, λησμόνησε το Θεό κι έφτασε στην Πτώση. Η γυναίκα της Συχάρ, αν και βουτηγμένη στην αμαρτία, ανοίγει την καρδιά της στο Χριστό και φτάνει στη γνώση της ύψιστης αλήθειας. Επιτυγχάνει τη θέωση, για την οποία προοριζόταν ο Αδάμ, σφραγίζοντας μάλιστα με το μαρτύριο την περιπετειώδη ζωή της! Έχει, κιόλας, ανοιχτεί ένας πλατύς, άγνωστος ως τότε, ορίζοντας στη λατρεία του Θεού «εν Πνεύματι και αληθεία». Στην αγιότητα. Στην Τριαδική αγάπη.
Καταλαβαίνομε ότι, κατά τη χριστιανική αντίληψη, η γνώση της αλήθειας δε γίνεται εγκεφαλικά. Το ευαγγέλιο περιέχει θείες αποκαλύψεις. Μήπως όλο το Σύμπαν δεν είναι ένα θαύμα; Η ζωή της Εκκλησίας δεν είναι ένα διαρκές-μάλλον, το μεγαλύτερο-θαύμα; Για τους πιστούς, η αλήθεια λάμπει στο πρόσωπο του Κυρίου, που καλεί σε «γνωριμία», δηλαδή, σχέση μαζί Του. Όμως, Εκείνος, την ημέρα της Πεντηκοστής έστειλε το Πνεύμα της αληθείας, που φέρνει την πραγματική ελευθερία. Με τη Χάρη Του, ο άνθρωπος ελευθερώνεται από τη σκλαβιά της αμαρτίας, από τα πάθη, το κοσμικό φρόνημα, τις εφήμερες επιθυμίες. Αυτό επιτυγχάνεται με τα μυστήρια κι όλες τις άλλες αγιαστικές πράξεις. Οι αλήθειες της Πίστεως δε διδάσκονται ως «δόγματα», ενατενίσεις, ή απλά ιστορικά γεγονότα. Κυρίως, βιώνονται, καθώς μεταγγίζονται, όπως το αίμα, για να ζωοποιήσουν τα μέλη της Εκκλησίας, τα κεντρισμένα, σαν τα κλαδιά, στο Σώμα του Κυρίου.
Συγκλονιζόμαστε, όταν σκεφτούμε τα μαρτύρια που πέρασαν οι άγιοι για το Χριστό και την Πίστη, καθώς και τους αγώνες των θεοφόρων Πατέρων, που κατείχαν σε βάθος την αρχαία σοφία, για να διατυπώσουν τα «δόγματα» και να παραδώσουν το μέγα «μυστήριον της θεολογίας» στην Εκκλησία. Αμέτρητοι «διάλογοι αγάπης» έχουν γίνει ανάμεσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, από τη μια και σε Δόγματα και θρησκείες, από την άλλη. Πολλοί μιλούν για «εσωτερικότητα», «διαλογισμό», «αυτογνωσία». Όμως, μπορεί να επιτευχθεί η «παγκόσμια ενότητα» χωρίς την αληθινή πίστη στο Χριστό, που διασώζεται ανόθευτη μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Με ποιο απρόσωπο, Ανώτατο Ον μας καλούν να «ενωθούμε»; Ποια «Ανώτερη», απόμακρη δύναμη θα μας σώσει από τα πραγματικά δεινά μας; Ποιος θα μας προστατεύσει από τις πολύμορφες απειλές εναντίον της ελευθερίας μας, αν όχι ο Σαρκωμένος, Εσταυρωμένος και Αναστημένος Θεός; Άραγε, πού στοχεύουν οι «συμπροσευχές» Ορθοδόξων ποιμένων με αιρετικούς, αλλόδοξους, αλλόθρησκους, ειδωλολάτρες; Αυτός είναι ο δρόμος που χάραξαν οι Πατέρες; Ποιος θα απαντήσει, υπεύθυνα και σοβαρά, σ’ αυτά τα ερωτήματα;
Ο άνθρωπος, ευλογημένος από το Θεό, αγαπάει, τη γνώση. Αλλά, η έρευνα έχει τα όριά της. Η πίστη, ως λειτουργία της ψυχής, έρχεται να ανοίξει έναν άλλο, απέραντο κόσμο. Ο απόστολος Παύλος, που αξιώθηκε να ζήσει απερίγραπτες θείες αποκαλύψεις, μιλάει για την ανάγκη της «πίστεως κατ’ επίγνωση». Που σημαίνει ένα σκληρό, πολυμέτωπο, ισόβιο αγώνα, για την προσέγγιση της «ατέλεστης τελειότητας» της ορθόδοξης πνευματικής ζωής.
Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Ιωάννη, «η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού εγένετο». Με τον ερχομό Του στη γη, διαλύει τις πλάνες του Εχθρού της ανθρωπότητας. Απαντά στην αναζήτηση της Αλήθειας- πανανθρώπινη ανάγκη για αιώνια ζωή. Ας γίνουμε, λοιπόν, κι εμείς ταπεινοί προσκυνητές Του, όπως οι τρεις Μάγοι, οι σοφοί της Ανατολής, οι κάτοχοι των γνώσεων της εποχής τους. Χρειαζόμαστε αυτό το «ταξίδι», για να συναντήσουμε Εκείνον, που, όπως ο Ίδιος είπε, είναι «η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή». Και, σ’ αυτές τις πολύ κρίσιμες στιγμές για την Πατρίδα μας, η ύστατη ελπίδα και καταφυγή μας. Ωστόσο, από μας εξαρτάται να διατηρούμε άσβηστη τη φλόγα της πίστεως και να τηρούμε τις εντολές Του, ώστε να μη «σβήσει» μέσα μας το Πνεύμα, που στέλνει την αύρα Του και δροσίζει τις «φλεγόμενες» καρδιές μας.
Νίκος Σιγανός, θεολόγος





