ΚΛΑΙΩ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΥΣΣΟΜΑΙ
ΚΛΑΙΩ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΥΣΣΟΜΑΙ
«Ο Χριστός, κατά τις ημέρες της επίγειας ζωής Του, έκανε προσευχές και παρακλήσεις με κραυγή δυνατή και με δάκρυα προς εκείνον που μπορούσε να τον σώσει από το θάνατο» (Εβρ. ε΄,7).
Α΄
Σ’ όλες τις εποχές και σ’ όλες τις κοινωνίες, ο ανθρώπινος πόνος αποτελούσε μεγάλο πρόβλημα. Ένα ανεξιχνίαστο ζήτημα. Γι’ αυτό και πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να συλλάβει το νόημα, το σκοπό του. Στρέφοντας το βλέμμα στο παρελθόν της ανθρωπότητας, διακρίνουμε αμέτρητα δράματα, περιπέτειες, πολέμους, ασθένειες, δάκρυα, οδύνη. Αλλά, και σήμερα, παρά τα καταπληκτικά επιτεύγματα, τις τεράστιες προόδους της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, πάμπολλα τραγικά γεγονότα μας προκαλούν θλίψη, αγανάκτηση, φρίκη. Ο σύγχρονος άνθρωπος, ως άλλος Προμηθέας, μοιάζει φυλακισμένος στις κατακτήσεις του. Παγιδευμένος τραγικά στα κάστρα της κενοδοξίας, των ενστίκτων, των παθών του. Αλλά, και στις σχέσεις του με το περιβάλλον και τον κόσμο. Κι έρχεται ο θάνατος, ως έσχατος εχθρός, συγκλονιστική και αδυσώπητη πραγματικότητα, καταστροφέας των ονείρων, των επιδιώξεων, των προσδοκιών του. Ο άνθρωπος, μη μπορώντας να συμβιβαστεί με τον αφανισμό του, έπλασε απίθανους μύθους και δοξασίες, εικόνες και σύμβολα, όλα να εκφράζουν μιαν υπέρτατη ανάγκη: να γεφυρωθεί το απερίγραπτο χάσμα, η ιλιγγιώδης απόσταση που τον χώριζε από το Δημιουργό του. Η μελέτη της ιστορίας λαών και μεγάλων πολιτισμών βεβαιώνει την ύπαρξη θρησκευτικών και κοινωνικών πλαισίων με πράξεις και τελετές, που αποσκοπούσαν στη βοήθεια των μελών της κοινότητας, ώστε αυτά, να αποδεχτούν ομαλά, φυσιολογικά, την πραγματικότητα του θανάτου. Ο πόθος της αιωνιότητας, με διαφορετικές αποχρώσεις, διαπερνά όλες τις μεγάλες θρησκείες. Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό ότι, ιδέες και αντιλήψεις πανάρχαιες- όπως, λ. χ., της μετεμψύχωσης- προερχόμενες από διάφορες γνωστές ή άγνωστες κινήσεις και οργανώσεις, προβάλλονται, εδώ και χρόνια, και στη χώρα τους, με πολλά μέσα, τρόπους και προσωπεία. Θύματά τους είναι και πολλοί χριστιανοί, νέοι και παιδιά, εξαιτίας της άγνοιας, της διαρρήξεως των οικογενειακών δεσμών, της απουσίας ζωντανών σχέσεων με την Εκκλησία, κ. λ. π. Πρέπει να επισημάνουμε πως, η μοιρολατρική θεώρηση του ανθρώπινου πόνου οδηγεί στην «απάθεια», με αποτέλεσμα την τάση φυγής από τον κόσμο, ή τη διαιώνιση της κοινωνικής εξαθλίωσης, των κοινωνικών τάξεων και της αδικίας. Στο χώρο τους Ευρώπης, μεγάλοι φιλόσοφοι και λογοτέχνες έφτασαν στην απόλυτη απαισιοδοξία, στο Μηδενισμό, την αθεΐα (Σοπενχάουερ, Νίτσε, Σαρτρ).Αντιθέτως, άλλοι, αξιοποιώντας τη μεγάλη χριστιανική παράδοση, με μεγάλο αγώνα και πολλή γενναιότητα, έδωσαν μεγαλειώδη, οικουμενικά μηνύματα ελπίδας, αγωνιστικότητας, αληθινής σοφίας και καταξιώσεως του ανθρωπίνου προσώπου (Ντοστογιέφσκι, Χαιντεγκέρ, Γιάσπερς, Μπερντιάεφ). Τί απαντάει, λοιπόν, ο Χριστιανισμός στα ερωτήματα σχετικά με τον ανθρώπινο πόνο και τα αδιέξοδα της ανθρώπινης ύπαρξης; Ποια πρέπει να είναι η στάση μας απέναντι στον πόνο και τα συνακόλουθά του; Ήδη, από την Παλαιά Διαθήκη, οι πιστοί άνθρωποι ήξεραν ότι, οι ασθένειες, οι δοκιμασίες, η φθορά, ο θάνατος κληρονομήθηκαν ως συνέπειες της Πτώσης των Πρωτοπλάστων. Ο πανανθρώπινος πόθος της αθανασίας, στα θεόπνευστα βιβλία γίνεται πεποίθηση, βάσιμη ελπίδα. Περνάει το μήνυμα της πίστης, ως σχέσης με τον αληθινό, προσωπικό, φιλάνθρωπο Θεό και του ερχομού τους Βασιλείας Του. Και, όλα τούτα, βεβαίως, σε μια εποχή και σ’ ένα περιβάλλον, που, οι αρρώστιες θεωρούνταν ως τιμωρίες των θεών, ή μάστιγες των πονηρών πνευμάτων. Γι’ αυτό και αντιμετωπίζονταν με ξόρκια, οργιαστικές και μαγικές τελετές, ακόμα και με ανθρωποθυσίες! Τώρα, αν, παρόμοιες πρακτικές ή αντιλήψεις- με αστρολόγους, μέντιουμ, χαρτορίχτρες, κ.λ.π.- μετά από τόσους αιώνες, συναντιούνται ακόμα και ανάμεσα σε χριστιανούς, αυτό δείχνει τη σχέση τους με την επιστημονική αλήθεια, το φως του Χριστού και την Εκκλησία. Πάντως, η θέση της Αγίας Γραφής και των Αγίων Πατέρων είναι ξεκάθαρη: ο Θεός, που είναι όλος αγάπη, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί αίτιος του κακού, που, με διάφορες μορφές, παγιδεύει, ταλαιπωρεί και αποπροσανατολίζει τον άνθρωπο από τον αληθινό προορισμό του. Ακόμα και ο φοβερός θάνατος, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας προέρχεται από τη φιλανθρωπία του Θεού, ώστε να μη διαιωνίζεται η αμαρτία με όλα τα παρεπόμενά της. Κι έρχεται ο Υιός και Λόγος του Θεού και Θεός αληθινός, από άπειρη αγάπη προς το τελειότερο πλάσμα Του, τον άνθρωπο, να ντυθεί την ανθρώπινη φύση, με όλες τις ιδιότητές της, εκτός από την αμαρτία. Έρχεται, ο απαθής ως προς τη θεότητα, ταπεινούμενος από ευσπλαχνία, να ζήσει ως πραγματικός άνθρωπος τα «αδιάβλητα πάθη»: τον πόνο, τη χαρά, την πείνα, τη δίψα, την αχαριστία, τη μοναξιά και τους δυσκολίες των ανθρώπων, όπως, ακριβώς, τα βιώνουν αυτοί, μαζί τους. Συγκινείται στη θέα των αρρώστων, των τυφλών, των παραλυτικών. Δακρύζει για το θάνατο νέων και παιδιών, όπως και στην περίπτωση του φίλου του Λαζάρου. Θεραπεύει αναρίθμητους αρρώστους. Ανασταίνει νεκρούς. Με το μειλίχιο λόγο Του, αλλά, και, μόνο με την παρουσία και το φιλάνθρωπο βλέμμα Του, γλυκαίνει τις καρδιές των ανθρώπων. Απαλύνει τον πόνο τους. Κλείνει τους πληγές τους. Μα, πάνω απ’ όλα, θεραπεύει την ασθένεια της ψυχής, την αμαρτία. «Ανασταίνει» από το βούρκο και το βάραθρο του Άδη τους μεγαλύτερους αμαρτωλούς, σκανδαλίζοντας Γραμματείς και Φαρισαίους- τους άσπλαχνους, αλαζόνες, υποκριτές, εκμεταλλευτές των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων. Για να δώσει, μ’ αυτό τον τρόπο, «σήμα πορείας» σ’ αναρίθμητους ανθρώπους, που θα παραδειγματίζονται από τη στάση Του και θα σώζονται στην αγκαλιά Του. Όταν η ώρα του Θείου Δράματος πλησιάζει, τότε, και οι όμορφες μέρες της συναναστροφής του Διδασκάλου με τα πλήθη των πονεμένων και αδικημένων που τον ακολουθούν, τελειώνουνε σιγά-σιγά. Αντικρίζοντας, για τελευταία φορά, από το Όρος των Ελεών, την Αγία Πόλη, έκλαψε για την αμετανοησία των κατοίκων της και για την ισοπέδωσή της, που επρόκειτο να συμβεί μετά από μερικά χρόνια. Άραγε, ως άνθρωπος, «εσωτερικά», καρδιακά, δεν την «αποχαιρετούσε»; Αφού, μάλιστα, γνώριζε πολύ καλά όλα όσα θα συνέβαιναν μετά από λίγες μέρες: σύλληψη, φυλάκιση, ανακρίσεις, παρωδία δίκης, ταπεινώσεις, εμπαιγμοί, χλευασμοί, μαστίγωση, Σταύρωση. Λίγο πιο κάτω από το ευλογημένο εκείνο βουνό, στον Κήπο της Γεθσημανή, ίσαμε σήμερα σώζονται τα αιωνόβια δέντρα, που, δίπλα τους έζησε ο Κύριος την κορύφωση της αγωνίας Του, την τελευταία νύκτα Του στη γη. Αλήθεια, ποιος ανθρώπινος νους μπορεί να συλλάβει το μέγεθος της οδύνης εκείνων των στιγμών; Γιατί έφτασε στο σημείο να ζητάει από τον Πατέρα Του την απαλλαγή Του από το πικρό ποτήρι του θανάτου; Και, πώς ο ιδρώτας μετατράπηκε σε κομμάτια αίματος, που, σιγά- σιγά, κυλούσαν στο σεπτό πρόσωπό Του; Όμως, Εκείνος, υπακούοντας στο θείο θέλημα, ακολουθεί εκουσίως το δρόμο του μαρτυρικού θανάτου. Ως άνθρωπος, ζει την απόλυτη μοναξιά, καθώς κι ο Θεός τον έχει «εγκαταλείψει». Στο τέλος, βγάζοντας μια δυνατή φωνή, παρέδωσε το πνεύμα! Εδώ αποκορυφώνεται ο ανθρώπινος πόνος. Πεθαίνοντας μαρτυρικά, ο αναμάρτητος, σβήνει τις αμαρτίες μας με το πανάχραντο αίμα Του, που ποτίζει τη γη και την εξαγιάζει. Κατεβαίνοντας, ο Αθάνατος, ως άνθρωπος, στον Άδη, φέρνει στους νεκρούς όλων των εποχών την καλή είδηση, πως θα τους ξαναδώσει τη ζωή και τη χαμένη τους ευτυχία. Μια νέα ζωή, μια νέα κοινωνία, χαρίζοντας την Ανάσταση στο ανθρώπινο γένος.Β΄
Το πρόβλημα του ανθρώπινου πόνου, στο βάθος του είναι ανερμήνευτο. Όμως, θαυμάζουμε τον τρόπο, με τον οποίο το αντιμετωπίζουν οι Άγιοι της Εκκλησίας: με θάρρος, υπομονή, αληθινό ηρωισμό. Συγχρόνως, μας δείχνουν πώς κι εμείς μπορούμε να υπομένουμε τις δυσκολίες, τις αρρώστιες, τις δοκιμασίες της ζωής μας, ώστε να ωφελούμαστε πνευματικά και να συμπάσχουμε με τους συνανθρώπους μας. Οι Άγιοι, βέβαια, μας βοηθούν να δούμε και μια άλλη διάσταση του πόνου, μάλλον ξεχασμένη στη δική μας ζωή: τη συνειδηποίηση της ματαιότητας του βίου και τον πόνο για τις αμαρτίες μας, την πνευματική μας «φτώχεια». Ζώντας στο κλίμα της αγίας αγάπης, της ταπείνωσης, της απάρνησης του ατομικού θελήματος και της νοεράς προσευχής, τα μάτια τους γίνονται αστείρευτες πηγές δακρύων. Ιδού πώς μας περιγράφει αυτή την πνευματική οδύνη ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος:«Κλαίω και κατανύσσομαι, όταν το φώς μοι λάμψη
και ίδω την πτωχείαν μου και γνω, το πού υπάρχω
και ποίον κόσμον κατοικώ, θνητόν, θνητός υπάρχων,
και τέρπομαι και χαίρομαι, όταν κατανοήσω
την εκ Θεού δοθείσαν μοι κατάστασιν και δόξαν,
και εμαυτόν ως άγγελον στοχάζομαι Κυρίου,
αΰλω τω ενδύματι όλον κεκοσμημένον.
Τούτο οικονομία σου, τούτο η παρουσία,
τούτο η ευσπλαχνία σου και η φιλανθρωπία,
η γενομένη δι’ ημάς, πάντας ανθρώπους, Λόγε,
πιστούς, απίστους, εθνικούς, αμαρτωλούς, αγίους,
κοινή γαρ πάντων γέγονεν η επιφάνειά σου,
σωτηρία και λύτρωσις ζώντων και τεθνεώτων».
Τούτες τις μέρες, η Εκκλησία στρέφει το ενδιαφέρον μας στα δρώμενα της Βηθανίας, όπου: η αρρώστια και ο θάνατος του αγίου Λαζάρου, ο θρήνος των συγγενών του και η αντίδραση του Χριστού, που, πριν από το Πάθος Του, θα αναστήσει το Λάζαρο, ώστε να έχομε και μείς ένα εχέγγυο για τη δική μας ανάσταση. O Κύριος θα αναμετρηθεί, πιο σκληρά, με το θάνατο και θα τον νικήσει, για να μη μείνουμε σ’ αυτό που η λαϊκή μούσα μας λέει, ότι δηλαδή, ο Λάζαρος, στον κάτω κόσμο, «είδε πόνους, είδε φόβους, είδε βάσανα και τρόμους»! Ούτε να γινόμαστε θύματα θρησκειών, καθώς και κινήσεων και οργανώσεων της «Νέας Εποχής», που σπέρνουν πλάνες οικτρές, υπηρετώντας το έργο του Διαβόλου. Μετά την τριήμερη Ανάσταση του Κυρίου, ο Λόγος Του θα φωτίζει τα σκοτάδια του Άδη των ψυχών και των σωμάτων. Θα ενεργεί λυτρωτικός, ελπιδοφόρος. Τώρα πια, οι θλίψεις, οι ασθένειες, τα παθήματα, οι δοκιμασίες των ανθρώπων αποκτούν ένα εντελώς καινούριο, σωτήριο σκοπό. Ακόμα και το φοβερό μυστήριο του θανάτου παίρνει ένα αναστάσιμο φως. Έρχεται να επισφραγίσει μια ζωή, εγκεντρισμένη στο Χριστό: «Μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες απ’ άρτι. Ναι, λέγει το Πνεύμα, ίνα αναπαύσωνται εκ των κόπων αυτών» (Αποκ. 14. 13). Όμως, εκτός από τη συμμετοχή μας στα εορταζόμενα γεγονότα, πρέπει να μας απασχολεί και το πώς, από τα άγια βιώματα της κατανυκτικότατης εκκλησιαστικής Λατρείας, θα περάσουμε στα καθημερινά δράματα των συνανθρώπων μας. Γιατί, εκεί που οδηγήθηκε ο λαός μας από τους ισχυρούς, χρειάζεται υπομονή και προσευχή πολλή, για να αντέξει στο μεγάλο «Γολγοθά» του, καθώς καταδικάζονται αθώοι άνθρωποι, και μάλιστα νέοι και παιδιά, σε ανασφάλεια, εξαθλίωση, μαρασμό, πείνα και πόνο. Η καταπληκτική αλληλεγγύη, που ποικιλοτρόπως εκδηλώνεται σ’ ολόκληρη τη χώρα, έρχεται ως βάλσαμο, να απαλύνει τις πληγές των αδελφών μας και δημιουργεί αισιοδοξία για το μέλλον. Όμως, η διδασκαλία, του Χριστού, δεν εξαντλείται στην ελεημοσύνη. Προχωρεί πολύ πιο πέρα, φτάνοντας ως την κοινοκτημοσύνη των αγαθών, με τη βίωση της πραγματικής κοινωνίας της αγάπης. Γι’ αυτό και προβάλλει ιδιαίτερα επίκαιρη στις μέρες μας η αναζήτηση προτύπων ζωής, σύμφωνα με τη μακραίωνη Παράδοσή μας: από τη ζωή των πρώτων χριστιανών, ως τους μεγάλους Πατέρες, στων Ελλήνων τις κοινότητες και στο Μοναχισμό της Ανατολής. Εκεί, όπου η συμμετοχή στη χαρά και τη λύπη του συνανθρώπου αναβλύζει ως περίσσευμα καρδιάς και όχι ως «καθήκον» της ατομικής «ηθικής» και ευζωίας. Εκεί, όπου, η «μνήμη θανάτου» δε θεωρείται δεισιδαιμονία, αλλά αναγκαίο «προβάδισμα» για το πέρασμα στην Αιώνια ζωή. Όσο πλησιάζουμε προς το Πάσχα, το βλέμμα της ψυχής μας πηγαίνει προς το ματωμένο Γολγοθά. Μπροστά στο μέγα μυστήριο του «Πάσχοντος Θεού», σιωπούμε. Συμπορευόμενοι με τους πάσχοντες αδελφούς μας, ας ετοιμαστούμε να υποδεχτούμε θεοπρεπώς το Νυμφίο της Εκκλησίας, στις κατανυκτικές μεγαλοβδομαδιάτικες βραδιές, ξέροντας πως, πριν από μας, Εκείνος έχει εισδύσει στην άβυσσο του ανθρώπινου πόνου, θεμελιώνοντας τη μεταμόρφωσή του σε δρόμο επικοινωνίας με το Θεό και δύναμη σωτηρίας. «Μόνον ο Σταυρός του Χριστού μας ήταν πολύ βαρύς, γιατί ο Χριστός από αγάπη προς εμάς τους ανθρώπους δεν θέλησε να χρησιμοποιήση για τον εαυτό Του τη θεϊκή Του δύναμη. Και στη συνέχεια σηκώνει το βάρος των σταυρών όλου του κόσμου και μας ελαφρύνει από τους πόνους των δοκιμασιών με την θεία Του βοήθεια και με την γλυκιά Του παρηγοριά. Βλέπεις, και η Παναγία μας πόνεσε και οι Άγιοι πόνεσαν, γι’ αυτό και εμείς πρέπει να πονέσουμε, μια που τον ίδιο δρόμο ακολουθούμε… Αν ο άνθρωπος ακουμπήσει την πίκρα του πόνου του στον γλυκύ Ιησού, οι πίκρες και τα φαρμάκια του μεταβάλλονται σε μέλι. Αν καταλάβη κανείς τα μυστικά της πνευματικής ζωής και το μυστικό τρόπο με τον οποίο εργάζεται ο Θεός, παύει να στεναχωριέται για ό,τι του συμβαίνει, γιατί δέχεται με χαρά τα πικρά φάρμακα που του δίνει ο Θεός για την υγεία της ψυχής του. Όλα τα θεωρεί αποτελέσματα της προσευχής του, αφού ζητάει συνέχεια από το Θεό να του λευκάνη την ψυχή. Αφού ο Θεός όλους μας παρακολουθεί, πρέπει να παραδίνεται κανείς εν λευκώ σ’ Αυτόν…Και, όσο θα προχωράη πνευματικά, τόσο θα βλέπει την αγάπη του Θεού σε μεγαλύτερο βαθμό και θα λειώνει από την αγάπη Του» ( π. Παϊσίου, «ΛΟΓΟΙ», Τόμ. Δ΄,σελ.191,199).Νίκος Σιγανός, θεολόγος



